Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2018

οι ασχολίες του χειμώνα

➤ δεύτερη ανάρτηση από το βιβλίο των Γεωργίου Α. Ανδρεάδη και του υιού του Χρήστου Γ. Ανδρεάδη "το Τσαγράκ της Κερασούντας του Πόντου" με θέμα "οι ασχολίες του χειμώνα" - πρώτη εδώ
➤ να θυμίσουμε εδώ τις 6 αναρτήσεις μας για το λεύκωμα των Αργοναυτών "ο Ελληνικός Πόντος" που θα τις βρείτε στην ετικέτα "Αργοναύται-Κομνηνοί"

➤ το σύνολο του λευκώματος για download εδώ

από τα αναγνωστικά των παιδικών μας χρόνων





από το λεύκωμα "ο Ελληνικός Πόντος"

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

η μάχη του Ταφλάν #2

➤ δεύτερο μέρος της ανάρτησης - πρώτο μέρος εδώ

4. από το βιβλίο των Π.Γ. Τανιμανίδη - Γ.Θ. Αντωνιάδη "το αντάρτικο στον Πόντο"
➤ εδώ τα πράγματα περιπλέκονται
ο Αντωνιάδης περιγράφει την ίδια μάχη δύο φορές. Η πρώτη περιγραφή είναι μια δική του εκδοχή που δεν περιλαμβάνει άλλους πλην των Παβρενών
➤ την ονομάζει "μάχη Ταφλάνκιοϊ". Πουθενά δεν αναφέρει πως έφτασαν τα όπλα στο Ταφλάν!!!


➤ η δεύτερη εκδοχή του Αντωνιάδη αναφέρεται ως άλλη μάχη με το όνομα "Μάχη Εγγίς Ιρμάκ ή Εγριμπέλ". Εδώ υπάρχει δήθεν το ημερολόγιο του Βασίλ Ουστά και αυτό αναπαράγει. Σε γενικές γραμμές, αυτή είναι η πραγματική περιγραφή της μάχης με αρκετές όμως δικές του επινοήσεις τις οποίες σχολιάζουμε μόνο σε 4 σημεία και μέχρι εκεί...

1. ο Βασίλ Ουστάς δεν είχε ποτέ δικό του λημέρι.
Ήταν καπετάνιος για όλο τον Δ. Πόντο,
ήταν ο συνδετικός κρίκος μεταξύ Ρώσων και ανταρτών,
τροφοδοτούσε με όπλα όλα τα λημέρια.
2. αλλού αναφέρονται 2.000 όπλα
3. ως άνω (στο #1)
4. είναι σχεδόν ύβρις προς τον καπετάνιο 
και προς τους αντάρτες
να γράφεται αυτό το πράμα.
δεν πάω παραπέρα, μέχρι εδώ...

5. από την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ ένθετο ΙΣΤΟΡΙΑ - Μάϊος 2011
➤ ο συντάκτης του άρθρου αναπαράγει την πρώτη εκδοχή του παραπάνω βιβλίου, "στρογγυλεύοντας" όμως τις υπερβολές του Αντωνιάδη. Βάζουμε μόνο την πρώτη από τις δύο σελίδες.
➤ τέτοια "αφιερώματα" να μας λείπουν...

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

προετοιμασίες για το χειμώνα

➤ από το βιβλίο των Γεωργίου Α. Ανδρεάδη και του υιού του Χρήστου Γ. Ανδρεάδη "το Τσαγράκ της Κερασούντας του Πόντου"
 θα βάλουμε δύο αναρτήσεις σχετικές με τον χειμώνα, αυτήν και "οι ασχολίες του χειμώνα" που θα ακολουθήσει
 να σημειώσουμε ότι τα περιγραφόμενα για το Τσαγράκ Κερασούντας είναι κατά πολύ τα ίδια σε όλες τις περιφέρειες του Πόντου
 για άλλες αναρτήσεις μας για το Τσαγράκ ανατρέξτε την ετικέτα Χρ. Γ. Ανδρεάδης.

από τα αναγνωστικά των παιδικών μας χρόνων


η μάχη του Ταφλάν #1

➤ πρώτη δημοσίευση 7.12.2017

➤ τα Τεβρένια και το Ταφλάν είναι δύο παραλιακές περιοχές της Σαμψούντας που είναι γνωστές κυρίως από την δράση του Βασίλ Ουστά την πρώτη περίοδο (*) του αντάρτικου του Δ. Πόντου. Σ’ αυτά τα δύο μέρη έγιναν τουλάχιστον τρεις μεταφορές όπλων. Οι μεταφορές γινότανε την νύχτα με μικρά, μάλλον αθόρυβα μοτόρια τα οποία ξεκινούσαν από τα Ρώσικα πολεμικά πλοία που ήταν μακριά από την ακτή, στην θάλασσα.
➤ δύο φορές έγινε μεταφορά όπλων στα Τεβρένια και μία στο Ταφλάν. Αυτή περιλάμβανε ένα
ένα τεράστιο αριθμό όπλων, 2.000 Ρώσικα όπλα. Στο Ταφλάν αναφέρεται η ανάρτηση μας και την τριήμερη μάχη που διεξήχθη μεταξύ των ανταρτών και του Τούρκικου στρατού.
➤ οι πηγές μας :
   • το βιβλίο του Χρήστου Σαμουηλίδη "μαύρη θάλασσα" - η πιο αναλυτική περιγραφή
   • το βιβλίο του Παντέλ Αγά "μνήμες του Ποντιακού έπους" - ελάχιστα στοιχεία
   • η Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού

➤ στο 2ο μέρος :
   • το βιβλίο των Π.Γ. Τανιμανίδη - Γ.Θ. Αντωνιάδη "το αντάρτικο στον Πόντο"
   • το ένθετο ΙΣΤΟΡΙΑ (Μάϊος 2011) της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ


(*) Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος : 11 Ιουλίου 1914-13 Οκτωβρίου 1918 (~ 40 μήνες)


1. από το βιβλίο του Χρ. Σαμουηλίδη "μαύρη θάλασσα"


 2. από το βιβλίο του Παντέλ Αγά "μνήμες του Ποντιακού έπους"
1. αλλού αναφέρεται Απρίλιος του 1916
2. εννοεί τον Αντών Πασά του Νεπιέν Ντάγ της Πάφρας
3. είναι ο Δημήτρης Χαραλαμπίδης, πεθερός του Παντέλ Αγά
 3. από την εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού ...
απλά πράματα, δεν υπάρχει μάχη,
δεν έγινε τροφοδοσία όπλων,
δεν υπάρχει καν αντάρτικο στον Πόντο κατά την ΕτΠΕ,
μόνο μουχαπέτια υπήρχαν εκεί ...

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Θεμίσκυρα - Τσαρσαμπάς - #1

πρώτη δημοσίευση 21.6.2017

➤ ανατολικά της Σαμψούντας, πάνω στον Ίρη ποταμό βρίσκεται η πόλη της Θεμίσκυρας (Τσαρτσαμπάς)
➤ πάμε να την γνωρίσουμε μέσα από τις σελίδες της εγκυκλοπαίδειας του Ποντιακού Ελληνισμού αλλά και από ένα παλαιό άρθρο της ΠΕ, 1952, τ.30-31 χωρίς όνομα του συντάκτη
ο 5ος τόμος της Εξόδου του ΚΜΣ αναφέρει και έχει πληροφορίες μόνο για τα χωριά Αγιατσάκινι ή Αγτσά-Κουνεγή, Κερπισλί, Ορdούμπασι και Σαριγιούρτ
να προσθέσουμε ότι κατά την διάρκεια του αντάρτικου και μετά από το κάψιμο όλων των Ρωμέϊκων χωριών, τα Τούρκικα χωριά του κάμπου τροφοδότησαν τους αντάρτες και τον άμαχο πληθυσμό. άλλες φορές με συνεννόηση και τις περισσότερες με μάχες και κάψιμο των χωριών τους.


Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

χωριό Γιαγμπασάν Θεμίσκυρας

πρώτη δημοσίευση

➤ μια φίλη της σελίδας μας ζήτησε περισσότερα στοιχεία για το χωριό Γιαγμπασάν (Yağbasan) της περιφέρειας του Τσαρσαμπά - Θεμίσκυρα
το χωριό αυτό μας είναι ιδιαίτερα αγαπητό λόγω του ότι εκεί υπήρξε δάσκαλος ο εκ μητρός παππούς μου Σταύρος Παπαδόπουλος (Τσαχουρίδης στην πατρίδα)
τα μόνα στοιχεία που βρήκαμε είναι από την εγκυκλοπαίδεια του ΠΕ
➤ ο πέμπτος τόμος της Εξόδου του ΚΜΣ δεν το αναφέρει όπως επίσης και ο ταξιδιωτικός οδηγός της Infognomon. Επίσης καμία αναφορά στο ψηφιακό αρχείο της ΕΠΜ
παρακαλώ όποιος/α έχει περισσότερες πληροφορίες/παραπομπές σε βιβλία ή ιστοσελίδες να σχολιάσει.

Γιαγ Πασάν - η σωστή γραφή είναι Γιαγμπασάν (Yağbasan)
Ελληνικό χωριό της Πόντου, της εκκλησιαστικής επαρχίας της Αμασείας που πριν από τον ξεριζωμό κατοικούντας από 490 άτομα (κατ' άλλους είχε 450 κατοίκους). Στο χωριό λειτουργούσαν διτάξιο δημοτικό σχολείο με ένα δάσκαλο και εκκλησία με ένα ιερέα. Οι κάτοικοί του ήταν Ελληνόφωνοι (πηγή ΕτΠΕ).

Κωνσταντίνος Χιονίδης (1916 - 2008)

πρώτη δημοσίευση 1.6.2017

➤ ο Κωνσταντίνος Χιονίδης γεννήθηκε στα Κοτύωρα το 1916. Μάλλον είναι αυτός που αναφέρεται στο κείμενο (*) της ανάρτησης μας εδώ
➤ επισκέφθηκε ως προσκυνητής τον Πόντο πέντε φορές. Έχει συγγράψει ένα πολύ σημαντικό βιβλίο με τίτλο "οι Έλληνες στις παραλίες του Πόντου"
➤ από αυτό το βιβλίο θα αναρτήσουμε λίγες σελίδες
➤ βιογραφικό σημείωμα από την εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού.

(*)

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

πώς ξανάσμιξαν στον Πόντο θεία και ανιψιός μετά από 60 χρόνια

πρώτη δημοσίευση 28.9.2016
► πηγή : pontos-news.gr - 18.12.2014
► του Τάσου Κ. Κοντογιαννίδη

Τσαρσαμπά, το χωριό της Παρθένας Ζουρνατζίδου
απ' όπου το 1920 οι Τούρκοι έστειλαν 700 Έλληνες στην εξορία
► το 1979 στο ποντιακό χωριό Κομνηνά Ξάνθης συνέβη στην οικογένεια Ζουρνατζίδη ένα συγκλονιστικό γεγονός, που δεν θα το πίστευαν ούτε στο πιο ακραίο όνειρό τους ! Θεωρούσαν ένα μέλος της οικογένειάς τους, την Παρθένα Ζουρνατζίδου, νεκρή για εξήντα ολόκληρα χρόνια, ώσπου εντελώς τυχαία ανακάλυψαν ότι ζει σε ένα χωριό του Πόντου. Τότε ένας ανιψιός της, ο Σταύρος Ζουρνατζίδης, "εκστράτευσε" στον Πόντο, την βρήκε και την έφερε στην Ελλάδα, για να εκτυλιχθούν στο χωριό Κομνηνά της Ξάνθης συγκινητικές στιγμές όταν πληροφορούσε τους κατοίκους κι πληροφορούνταν και η ίδια για την τύχη συγγενών και φίλων κατά τη μαύρη περίοδο 1919-1922.

► ο Σταύρος Ζουρνατζίδης ήταν συγχωριανός μου στα Κομνηνά. Έζησα μαζί του όλη την αγωνία μέχρι να βρει τη θεία του και να την φέρει στο χωριό. Και τότε είχα γράψει μια ολόκληρη σελίδα στην εφημερίδα Ακρόπολη για το συγκινητικό αυτό θέμα.


► η Παρθένα Ζουρνατζίδου (στη φωτογραφία με την εγγονή της, τη δεκαετία του 1970) κατοικούσε στην Τσαρσαμπά, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Σαμψούντα, και ήταν το 1920 μια όμορφη κοπέλα 20 ετών. Λίγο πιο πέρα από το σπίτι της έμενε ο ανιψιός της Σταύρος Ζουρνατζίδης, 12 ετών τότε, γιος του αδελφού της. Το 1920 η Τσαρσαμπά, όπως και όλες οι πόλεις του Πόντου, γνώρισαν μεγάλους διωγμούς, εξορίες και σκοτωμούς. Κατά το φθινόπωρο τμηματικά άρχισαν να στέλνουν στην εξορία το ελληνικό στοιχείο… Ο Σταύρος Ζουρνατζίδης θυμάται και αφηγείται (εν έτει 1979, ακριβώς πριν από 35 χρόνια):

"Ένα πρωί μάζεψαν μια μεγάλη ομάδα 700 ατόμων, Έλληνες, και τους είπαν ότι θα πάνε σε άλλη περιοχή. Στην ομάδα αυτή ήταν και η θεία μου η Παρθένα, καθώς και οι μισοί συγγενείς μας. Μετά από λίγο καιρό μάθαμε ότι από την ομάδα αυτή δεν επέζησε κανένας συγγενής μας. Άλλοι πέθαναν από το κρύο μέσα στα χιόνια, άλλοι από την πείνα και την κακουχία, κι άλλους τους σκότωσαν. Έτσι μείναμε με την εντύπωση ότι και η θεία μου χάθηκε. Δυο χρόνια μετά, αφού υποστήκαμε τα πάνδεινα, φύγαμε στην Ελλάδα και εγκατασταθήκαμε στο χωριό Κομνηνά της Ξάνθης".

Ας δούμε όμως τι αφηγείται (το 1979) η Παρθένα από τη στιγμή που την πήραν στην εξορία.

"Στην εξορία τραβήξαμε πολλά. Στην πορεία οι ηλικιωμένοι έπεφταν από την εξάντληση και τους εγκατέλειπαν, όπως και τα μικρά παιδιά που έπεφταν λιπόθυμα από την πείνα και την εξάντληση. Έμεναν άταφοι και τους έτρωγαν τα αγρίμια. Όσο περνούσε ο καιρός όλο και λιγοστεύαμε. Μια μέρα με πλησίασε ένας Τούρκος αποσπασματάρχης και μου είπε "Θέλω να σε παντρευτώ. Αν αρνηθείς θα σ’ εκτελέσω μαζί με τους συγγενείς σου". Αρνήθηκα στην αρχή, αλλά από τις πολλές απειλές κάμφθηκα και τον παντρεύτηκα. Μετά από λίγο καιρό μ’ έκανε κι αλλαξοπίστησα.


» Μου έδωσαν το όνομα Αϊσέ. Μετά από μήνες, ο άνδρας μου πήρε μετάθεση στα Κοτύωρα (Ορντού) και αναγκαστικά τον ακολούθησα. Το ασκέρι με τους εξορίστους, όσους είχαν απομείνει, δεν γνωρίζω τι τύχη είχε. Ο άνδρας μου μου φερόταν καλά και φρόντιζε να με κάνει ευτυχισμένη. Μάλιστα αποκτήσαμε κι ένα κοριτσάκι. Το 1936, αν θυμάμαι καλά, πέθανε ο άνδρας μου και μετά από λίγα χρόνια πάντρεψα την κόρη μου. Τότε είχα όλη την ευκαιρία να ψάξω για συγγενείς και πατριώτες. Δεν γνώριζα αν υπάρχουν, και αν υπάρχουν πού βρίσκονται...


» Ξεκίνησα να πάω στη Σαμψούντα να ψάξω, να ρωτήσω, μήπως και είμαι τυχερή. Και πάντα με το φόβο μην ανακαλύψουν τι ψάχνω... Σοφίστηκα ένα τέχνασμα και σε κάποιον είπα ψέματα, ότι αν ξέρει κανέναν Έλληνα στην πόλη να μου τον συστήσει για να με πληροφορήσει το μέρος που είχε κρύψει λίρες ο πατέρας μου και θα έπαιρνε κι αυτός το μερτικό του.


» Το κόλπο έπιασε. Κάποιος με πληροφόρησε για τον Μαχίρ ο οποίος τούρκεψε σε ηλικία 8 ετών! Οι γονείς του είχαν σκοτωθεί και κάποια φιλική γειτονική τουρκική οικογένεια τον υιοθέτησε. Ο Μαχίρ διατηρούσε ένα μεγάλο καφενείο στη Σαμψούντα καθώς και άλλα καταστήματα. Ήταν πανέξυπνος, πλούτισε, παντρεύτηκε μάλιστα και μια Τουρκάλα. Γρήγορα βρήκα τον Μαχίρ, τον ρώτησα και μου είπε ότι κατά καιρούς περνούν μερικοί δικοί μας από το μαγαζί του. Τότε τον παρακάλεσα να δίνει σε όποιον βλέπει τη διεύθυνση και το τηλέφωνό μου για να έχω μια επαφή..."


Εδώ σταματούν οι προσπάθειες της Παρθένας ή Αϊσέ. Οι ελπίδες της να βρει συγγενή της ήταν μηδαμινές. Ωστόσο ήλπιζε... Τη σκυτάλη της αφήγησης πήρε κατόπιν ο Σταύρος :

"Πριν από μερικά χρόνια, κάποιος Τσακίρης από ένα χωριό της Δράμας πήγε εκδρομή στον Πόντο για να δει τα μέρη όπου γεννήθηκε και να επισκεφτεί και το πατρικό του σπίτι. Συμπτωματικά μπήκε στο καφενείο του Μαχίρ και παρήγγειλε καφέ για να πιει. Ενώ έπινε τον καφέ του, ο Μαχίρ τον ρωτά από πού είναι. Από την Ελλάδα, απαντά ο Τσακίρης. Τότε του αποκάλυψε πως πριν από μερικά χρόνια πέρασε μια Ελληνοτουρκάλα που αναζητούσε χαμένους συγγενείς της και έδωσε στον Τσακίρη τη διεύθυνσή της. Ήταν η θεία μου! Ο Μαχίρ μετά από λίγες μέρες πέθανε, το μήνυμα όμως της θείας μου δόθηκε σε ελληνικά χέρια.

» Πριν από αρκετούς μήνες, ενώ ο Τσακίρης αφηγείτο σε καφενείο του χωριού του τις εντυπώσεις του από το ταξίδι εκείνο, ανέφερε και το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση μιας Ελληνοτουρκάλας. Στο καφενείο μέσα παρακολουθούσε τη συζήτηση και ένας συγχωριανός μου. Μόλις άκουσε το όνομα, τινάχτηκε όρθιος! "Είναι συγγένισσά μας !" είπε. Αμέσως με ειδοποίησε, πήγα στο χωριό της Δράμας, πήρα τη διεύθυνση, αλληλογράφησα με τη θεία μου και βεβαιώθηκα ότι ήταν αυτή ! Τίποτα πλέον δεν με κρατούσε. Έβγαλα διαβατήριο και πήγα στην Τουρκία...


Ο μακαρίτης σήμερα Σταύρος Ζουρνατζίδης (δεξιά)
από το χωριό Κομνηνά Ξάνθης,
με τον φίλο του Ανέστη Παπαδόπουλο
από το χωριό Ταξιάρχες Δράμας
 

» [...] Ήταν η ώρα 7 το πρωί όταν ο ταξιτζής μ’ άφησε έξω από την πόρτα του σπιτιού της. Τα γόνατά μου έτρεμαν, η καρδιά μου από τους δυνατούς χτύπους πήγαινε να σπάσει... Πήρα βαθιές ανάσες κι ανέβηκα τις λίγες σκάλες. Χτύπησα την τζαμόπορτα και περίμενα... Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και βγαίνει μια ηλικιωμένη γυναίκα. Υπέθεσα ότι πρέπει να είναι αυτή. Είπα το όνομά μου, 
Σταύρος! "Ισταυρί;" έκανε εκείνη κι πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και κλαίγαμε επί δύο ώρες περίπου χωρίς να πούμε λέξη... Κοιταγόμασταν στα μάτια, αγκαλιαζόμασταν, κλαίγαμε, χωρίς να μπορούμε να βγάλουμε από το στόμα μας λέξη...

» Έμεινα αρκετές μέρες στην Ορντού. Της διηγήθηκα και μου διηγήθηκε τα παλιά και κλαίγαμε... Γρήγορα φρόντισε ο γαμπρός της, ένα εξαίρετο παιδί, της έβγαλε διαβατήριο και την έφερα στην Ελλάδα για λίγο καιρό ...".


Η συνέχεια της συγκίνησης μεταφέρθηκε στα Κομνηνά Ξάνθης. Όλοι οι μεγάλοι σε ηλικία κάτοικοι του χωριού, κυρίως του Φελέκ Μαχαλά, που κατάγονταν όλοι από την ίδια περιοχή, συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Σταύρου και ρωτούσαν τη γεμάτη χαρά Παρθένα "Τ’ εμετέρ’ ντο ένταν;" Και για όσους ήξερε έδινε την απάντηση: "Εφέκαν τ’ οστούδε τουν σα ρασσία ..."


Η Παρθένα Ζουρνατζίδου έμεινε περίπου έναν μήνα στα Κομνηνά και κατόπιν επέστρεψε στην Τουρκία, αφού εκπλήρωσε μια μοναδική και απίστευτη επιθυμία της, να δει χαμένους συγγενείς της. "Ήταν από το Θεό", έλεγε.


Φεύγοντας από την Ελλάδα η Παρθένα Ζουρνατζίδου, ή Αϊσέ, είχε πει στον ανιψιό της Σταύρο ("Σταυρίκα" για τους χωριανούς του), την εξής φράση: "Ελπίζω να σε ξαναδώ με τα μάτια αυτού του κόσμου και όχι του αλλουνού ...".
 

Η Παρθένα και ο Σταυρίκας δεν αξιώθηκαν έκτοτε να ξανασμίξουν, να βρεθούν και να μιλήσουν. Βλέπονται τώρα όχι με τα μάτια αυτού του κόσμου, αλλά του αλλουνού !...

ημερολόγιο προσκυνήματος στη γη του Πόντου - σην Ορντού

➤ πρώτη δημοσίευση 5.7.2015

➤ ακόμη ένα βιβλίο, μικρό αλλά θαυματουργό...
➤ η συγγραφέας παίρνει μαζί της τον 78χρονο πατέρα της στην πατρίδα, σην Ορτνού, 60 χρόνια μετά την ανταλλαγή
εκεί, το πρώτο πράμα που έκανε αυτός "...ήταν να οριζοντιωθεί στο χώμα, να το φιλάει και να κλαίει με λυγμούς..."
➤ τα υπόλοιπα στο ίδιο το βιβλίο και ελάχιστα παρακάτω…
   • Νίκη Αδαμίδου - Αθανασιάδου
   • ημερολόγιο προσκυνήματος στη γη του Πόντου - ένα ταξίδι αλλιώτικο από τα άλλα
   • έκδοση 2004 – το ταξίδι έγινε τον Αύγουστο του 1983 
   • έκδοση Αφοί Κυριακίδη
   • 111 σελ.

1. φτάνουνε στα Κοτύωρα :
2. ταξίδι στο Τσάμπαση :


3. η ευχή του πατέρα :

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2018

ταξίδι στη Ζύμενα του Πόντου με οδηγό το νου & τα μάτια του νεκρού πατέρα μου...

πρώτη δημοσίευση Σεπτέμβριος 2015

του Τάσου Κ. Κοντογιαννίδη

Από την εποχή του Οδυσσέα, ο νόστος, το "νόστιμον ήμαρ" που αναφέρει ο Όμηρος στην Οδύσσεια του, είναι για τους μετέπειτα θνητούς, η με πόθο, αγωνία, καρδιοχτύπι, έντονη επιθυμία, επιστροφή στην πατρίδα, μετά από μακρά απουσία. Αυτό που θα έκανε ως σύγχρονος Οδυσσέας ο μακαρίτης πατέρας μου, που έφυγε από το χωριό του σε ηλικία μόλις 4 ετών.

Τότε με τις γνωστές συνθήκες, διωγμούς, εξορίες, τάγματα εργασίας, εκτελέσεις και την ανταλλαγή των πληθυσμών, έφυγε κι εγκαταστάθηκε στο χωριό Κομνηνά Ξάνθης και πριν από τρία χρόνια αναχώρησε για πάντα στις αιώνιες μονές... Έτσι, επιχείρησα να νιώσω εγώ για λογαριασμό του, τη γλύκα της επιστροφής, αυτό το "νόστιμον ήμαρ"...


Από την Κωνσταντινούπολη, ο πολύ καλός φίλος μου ο Μουζαφέρ, που κατάγεται από τον Πόντο και ομιλεί απταίστως την ποντιακή, μου πρότεινε να με πάει σ’ εκείνα τα μέρη, χωρίς να είμαι σίγουρος, αν θα έβρισκα το χωριό του πατέρα μου που το έλεγαν Ζίμονα, όπως άλλωστε αναφέρεται και στον σχετικό πίνακα των αρχείων του κράτους όπου είναι καταγεγραμμένοι όλοι οι πρόσφυγες εκ Πόντου.


Ένα πρωινό, γεμάτος αγωνία, ξεκινήσαμε για την Αργυρούπολη (Γκιουμουσχανέ) κι εκεί θα ρωτούσαμε πού είναι. Μας έδειξαν δύο δρόμους. Ο ένας μέσω του Ερζινγκιάν και της Χερρίενας (Σιράν) και ο άλλος από δύσβατους δρόμους ανάμεσα στα πανύψηλα βουνά, αλλά σε πιο μικρή απόσταση. 


Περάσαμε δύσβατα βουνά, είδαμε το βουνό της Ταρσού (πατρίδας του αειμνήστου Αλέξανδρου Μπαλτατζή), γυμνό καταπράσινο, με μικρή λωρίδα από χιόνια και ακριβώς πίσω στην πλαγιά του ήταν η Ζίμονα με την τουρκική ονομασία Τσεβρέπιναρ. Προχωρήσαμε στον επαρχιακό δρόμο στα πυκνά δάση και κάποια στιγμή συναντήσαμε την πινακίδα που μας οδήγησε στο χωριό. Εκεί ήταν ένας ναός και στα 500 μέτρα το χωριό.


Μπήκαμε και ως είθισται, αναζητήσαμε την πλατεία που βέβαια δεν υπήρχε, αλλά σε μια βρύση, είδαμε κάποια πρόσωπα.

Στον παλιό φούρνο...
Ένας ηλικιωμένος που καθόταν πάνω στα κεραμίδια μικρού κτίσματος, με χαιρέτισε. Του είπα ότι είμαι επισκέπτης του χωριού όπου γεννήθηκε ο πατέρας μου, προσθέτοντας ότι η οικογένεια του είχε φούρνο κι έβγαζε ψωμί για το χωριό. Σηκώθηκε και μου έδειξε ένα ρυάκι που διασχίζει το χωριό και πως στα πενήντα μέτρα ήταν ο φούρνος. Εν τω μεταξύ μαζεύτηκαν κι άλλοι χωριανοί να δουν τους ξένους επισκέπτες... Μία γυναίκα έσπευσε να μας προσφέρει σ’ ένα δίσκο ποτήρια γεμάτα αριάνι για να μας δροσίσει. 



Με οδήγησαν στο φούρνο που είναι μεν γκρεμισμένος, αλλά υπάρχουν ακόμα οι τοίχοι και τα δοκάρια από κορμούς δένδρων και ο καμπυλωτός θόλος που έψηναν το... εκμέκ (ψωμί). Ο ηλικιωμένος που ήταν δίπλα μου, καθώς κοιτούσα τον φούρνο κι έφερνα στο νου μου τους δικούς μου, τον πατέρα μου και τους θείους μου, μού λέει, "εδώ βρήκε, όταν φύγατε, ένας Τούρκος λίρες και μόλις τις βρήκε έφυγε στην Τραπεζούντα".
Είχα ακούσει από τον θείο μου Αλκιβιάδη (Πήλο) που έμενε στη Σταυρούπολη Ξάνθης, και πέθανε το 1982, ότι είχαν κρύψει κάποιες λίρες κοντά στον φούρνο με τον παππού μου. Είπα στον ηλικιωμένο, "καλά που τα βρήκε και έπιασαν τόπο από το να μείνουν θαμμένα στο χώμα". Μου έδειξε και ένα διώροφο σπίτι παραδίπλα λέγοντας "είναι δικό σας"! Το κάτω μέρος φαινόταν κτισμένο πολύ παλιά από πέτρα.



Συγκίνηση...
Μια γριούλα με πλησίασε μετά και μου λέει: "Εγώ μένω στο σπίτι σας, αλλά άμα θέλεις, έλα να μείνεις κι εσύ...". Την ευχαρίστησα, την αγκάλιασα και την φίλησα συγκινημένος. Τα δάκρυα μου χωρίς να το θέλω άρχισαν να κυλούν... Έβλεπα όμως το ίδιο και στους ηλικιωμένους...



Ένας, νεώτερης ηλικίας, μου έδειξε λίγο ψηλότερα ένα άλλο σπίτι μας, επίσης διώροφο και πάρα δίπλα άλλο ένα σε μικρή απόσταση από τη βρύση. Οι Κοντογιαννιδαίοι ήταν στο χωριό αυτό πολύ μεγάλο σόι. Είχαν έρθει εκεί από την Τραπεζούντα το 1900 όπου είχαν φούρνο, με μια παραμονή 15ετίας στην Αργυρούπολη.

Με οδήγησε εκεί. Κοίταξα την πόρτα και πίστεψα προς στιγμή, πως η μηχανή του χρόνου θα με γύριζε 90 χρόνια πίσω, θα άνοιγε η πόρτα και θα έβλεπα κάποιον δικό μου, τον παππού μου Αναστάση, τη γιαγιά μου Ελένη, τους θείους μου Ξενοφώντα, Αλκιβιάδη, τη θεία μου Αγάπη, τ’ αδέλφια και ξαδέλφια του παππού μου, τον Κοσμά, τον Αλέξη, τον Θόδωρο, τον Γιάννη, τον Ρωμανό... Πήρα μια σακούλα κι άρχισα να σκάβω με τα χέρια στη μικρή αυλή για να πάρω λίγο χώμα να το φέρω στην Ελλάδα και να το βάλω στους τάφους όσων γεννήθηκαν εκεί... 



Έσκαβα και τα δάκρυα μου έτρεχαν ποτάμι από συγκίνηση. Σήκωσα ψηλά το κεφάλι μου και είπα "πάπα, παίρω χώμα α’ σην αυλή τη σπιτί σ’ σο χωρίο σ’, θα φέρα και θα θήκα το σο ταφί σ’"...
 

Έλα, μου λέει ο ίδιος χωριανός μετά, "να σου δείξω τους τάφους των δικών σας". Πενήντα μέτρα μακριά από τη βρύση ήταν το τζαμί κτισμένο πάνω στην εκκλησία του Αη Γιώργη και ακριβώς δίπλα άρχιζαν τα νεκροταφεία μας. "Εδώ ήταν" μου λέει. Στη θέση τους βέβαια στη μικρή πλαγιά, ήταν φυτεμένες πατάτες ...
Ήρθε η στιγμή να αποχωρήσουμε. "Να ξαναέλθεις, σε περιμένουμε!", μου έλεγαν γυναίκες και άνδρες. Στην αναμνηστική φωτογραφία που βγάλαμε, η διπλανή μου είπε "κράτ’ εσύ το δερπάν’"... Και όταν τους αποχαιρέτησα σε κλίμα έντονης συγκίνησης, τα δάκρυα όλων μας έτρεχαν σαν το ρυάκι που κατέβαινε από την κορφή του βουνού από τα παρχάρια και διέσχιζε τα σπίτια τους...


 
δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ποντιακή Γνώμη και στην ιστοσελίδα Εγνατία Ποστ - 15.8.2013