Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

πολύτιμα προσωπικά αντικείμενα ...

➤ Σεπτέμβριος 1921
στα κολαστήρια της Αμάσειας βρίσκονται προφυλακισμένοι μεταξύ των άλλων ο Ιάκωβος Κουλοχέρης, μέλος του ΔΣ του συλλόγου ΟΡΦΕΥΣ και ο γιατρός από την Σαμψούντα Πελοπίδας Επιφανίδης
➤ για τον πρώτο έχουμε γράψει σε προηγούμενες μας αναρτήσεις. Ο Πελοπίδας Επιφανίδης υπηρέτησε στον Τούρκικο στρατό στην πρώτη γραμμή ως γιατρός και ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα αθωωθεί. Τον Κουλοχέρη τον είχαν ξεγραμμένο ότι θα καταδικασθεί εις θάνατον. Να τι γράφει στο βιβλίο του ...

όρθρος ήτο βαθύς της 21ης Σεπτεμβρίου 1921 ...

➤ αποφράδα η σημερινή μέρα όπως τόσες άλλες ...
το "κράτος - δολοφόνος" οδηγεί στις κρεμάλες την Αμάσειας τον ανθό του Πόντου
ο Παντελής Βαλιούλης είναι εκεί, σώθηκε την τελευταία στιγμή και περιγράφει 

η εικόνα είναι από την σελίδα του Pontos News



δείτε επίσης την ανάρτηση μας οι σταυρωτές της Τουρκίας
αυτή η ημερομηνία ήταν η πλέον ενδεδειγμένη για να ορισθεί ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας και όχι τα ταρατατζούμ της 19 Μαΐου ως να υποδεχόμαστε κι' εμείς τον σωτήρα στην αποβάθρα της Σαμψούντας ...

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Ρεφαγιέ ή Ρεφάγια

➤ τα πάντα ξεκίνησαν από το σχόλιο που είδα στην σελίδα του Φωκίωνα. μου ήλθαν δάκρυα στα μάτια ... - η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στον σχολιαστή και σε όλους τους Ρεφάγιαληδες !!!
ακόμη μία περιοχή σχετικά άγνωστη στους πολλούς
βρίσκεται νοτιότερα από την Νικόπολη - Γαράσαρη, στο όριο με τις Κούρδικες περιοχές. Από εκεί εξόρμησε ο κουτσός ενάντια στην εξέγερση των Κούρδων - ανάρτησή μας εδώ
λίγα σχετικά είναι τα στοιχεία που μπορέσαμε να βρούμε ...
    • δεν γνωρίζουμε να υπάρχει κάποιο βιβλίο αποκλειστικά για την περιοχή
    • ψηφιακή βιβλιοθήκη της ΕΠΜ : δεν έχει τίποτε
    • εγκυκλοπαίδεια του Π.Ε. : 2,5 γραμμές (για τον τραγουδιστή Ρέμο έχει μία σελίδα ...)
    • ταξιδιωτικός οδηγός Αν. Πόντος της Infognomon : μία σελίδα
    • βιβλίο "οι ρίζες μας" των Κωνσταντινιδαίων : μεγάλο άρθρο με πολλές λεπτομέρειες, ονόματα κατοίκων με καταγωγή από την περιοχή κλπ.





Μεσουδιέ : από τον τουριστικό οδηγό της Infognomon

➤ κλείνουμε το αφιέρωμά μας για την Μεσουδιέ με τις σελίδες του τουριστικού οδηγού "Ανατολικός Πόντος" της Infognomon
➤ ο χειρόγραφος χάρτης είναι από τα βιβλία του Ξ. Άκογλου "λαογραφικά Κοτυώρων". Εδώ φαίνεται το αρχικό χωριό εγκατάστασης, το Μαντέν, σε υψόμετρο 1500 μέτρων.



Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

ο Ιστύλ Αγάς στην Τραπεζούντα ...

➤ η σελίδα μας αυτή θέλει να είναι δίκαια προς κάθε κατεύθυνση. Άλλωστε ένας Ζυγός δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από το κατ’ εξοχήν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ζώδιου του ...


όπως έχουμε ξαναγράψει σε αυτές τις σελίδες, ο Ιστύλ Αγάς δεν μας άφησε καμία γραφή με τις θύμισες του. Είναι κρίμα, γιατί αυτός και πολλοί άλλοι θα μπορούσαν να μας δώσουν άπειρα στοιχεία για το αντάρτικο του Δ. Πόντου.

διαβάζοντας άλλους συγγραφείς προσπαθήσαμε να μαζέψουμε το υλικό που αφορούσε αυτόν το καπετάνιο. Έτσι έχουμε ήδη τρεις αναρτήσεις για τον Ιστύλ Αγά (Στυλιανός Κοσμίδης).

εδώ κάνουμε μια προσπάθεια να συγκεντρώσουμε μερικά στοιχεία για την μετάβαση του στην Τραπεζούντα.

    1. από το βιβλίο του Δημ Κουτσογιαννόπουλου "ανάμεσα στους αντάρτες του Πόντου". Από το ημερολόγιο του Βασίλ Ουστά που μας μεταφέρει ο συγγραφέας τον Ιούλιο ή Αύγουστο του 1916 ο Βασίλ Ουστάς συναντήθηκε στο χωριό Τσάμαλαν του Αγιού τεπέ με τον Στυλιανό Κοσμίδη και τον Δημ. Χαραλαμπίδη.

    2. στο βιβλίο του ο Παντέλ Αγάς – Παντελής Αναστασιάδης αναφέρει ότι μαζί με τον Ιστύλ Αγά μετέβησαν στην Τραπεζούντα, μάλλον το 1915 (ίσως το 1916 πάντως δεν αναφέρει χρονολογία). Κατά τον Παντέλ Αγά, ο Ιστύλ Αγάς επέστρεψε στην Σαμψούντα το 1919 - ανάρτηση μας εδώ

    3. από το βιβλίο του Ιωακείμ Ι. Σαλτσή "χρονικά Κοτυώρων" προκύπτει ότι τον Σεπτέμβριο του 1917 ο Ιστύλ Αγάς είναι στην Τραπεζούντα και συμμετέχει σε μία επιτροπή Κοτυωριτών που δημιουργήθηκε προκειμένου να πείσουν τους Ρώσους για προέλαση πέραν του Χαρσιώτη ποταμού - ανάρτηση μας εδώ

είναι λοιπόν σχεδόν βέβαιο ότι ο Ιστύλ Αγάς έμεινε για μεγάλο διάστημα μακριά από τα βουνά της Σαμψούντας, στην ασφάλεια και την σιγουριά της Τραπεζούντας. Ο χρόνος παραμονής του εκεί πρέπει να κράτησε κοντά στα 3 με 4 χρόνια.

➤ μετά από τα παραπάνω και εφόσον είναι ακριβώς έτσι, έχουμε την γνώμη ότι ο καπετάνιος υπήρξε τρόπον τινά απών (*) από τις επιχειρήσεις και την διοίκηση που είχε στα αντάρτικα του Αγιού Τεπέ. Ο λαός που αποφάσισε ο ίδιος να προστατέψει έμεινε πίσω αναμένοντας τον. Θα έπρεπε να είχε επιστρέψει στο βουνό όπως ο μικρός (**), 19χρονος τότε, Παντέλ Αγάς. Έτσι ξεχωρίζουν οι ηγέτες από τους τους άλλους …
βιβλίο Παντέλ Αγά

βιβλίο Ιωακείμ Σαλτσή

(*)
από την πρώτη περίοδο του αντάρτικου

(**)
ο Ιστύλ Αγάς γεννήθηκε το 1886 δηλ. ήταν 10 χρόνια μεγαλύτερος από τον Παντέλ Αγά

ύστερα από 38 χρόνια ...

➤ ο Δημήτρης Λουκάτος ξαναθυμάται και γράφει μετά από 38 χρόνια ... (Ποντιακή Στοά, τόμος 1975-1984)

➤ αναρτήσεις μας :
   • 1η : η αρχική μας ανάρτηση για το θέμα με τίτλο "σ' ένα Ποντιακό χωριό τον Απρίλιο του 1941" εδώ
   • 2η : η προετοιμασία για το θεατρικό μονόπρακτο, γράφει ο Πόλης Χάϊτας εδώ
   • 3η : το κείμενο από το θεατρικό μονόπρακτο εδώ




Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

η σχεδόν άγνωστη Ρεσαδιέ ...

➤ κατά το ΚΜΣ είναι μία από τις 37 περιφέρειες του Πόντου. Μάλλον άγνωστη στον πολύ κόσμο. Η Ρεσαδιέ …
➤ βρίσκεται στον μεσογειακό Πόντο, πάνω στον Λύκο ποταμό, μεταξύ Γαράσαρης και Νεοκαισάρειας
➤ τέσσερα μόνο τα Ρωμέικα χωριά κατά την "Έξοδο" τόμος Γ’ του ΚΜΣ
➤ ψάξαμε αρκετά για πληροφορίες, άρθρα, βιβλία ...
    1. ψηφιακό αρχείο της ΕΠΜ : τίποτε
    2. ταξιδιωτικοί οδηγοί της Infognomon : τίποτε
    3. εγκυκλοπαίδεια του Π.Ε. : μόνο 2,5 γραμμές "Ελληνικό (*) χωριό της εκκλησιαστικής επαρχίας Νεοκαισάρειας (Νικσάρ)"
    4. δίκτυο : χωριό Γιάτζιουλου Ρεσατιάς - εδώ 

➤ μόνο το ΚΜΣ και το βιβλίο "Έξοδος" τόμος Γ’ έχει μερικά στοιχεία : τέσσερα μόνο τα χωριά της Ρεσαδιέ : Σένια, Σουλεϊμανλί, Γενίκιοϊ και Γιαϊτζολού ή Γιαϊτζογλού από τα οποία εντοπίσαμε τρία στον χάρτη που ακολουθεί. Και το τέταρτο ήταν εκεί κοντά.

η κοιλάδα του Λύκου ποταμού και η Ρεσαδιέ / από το GE - Panoramio

ΚΜΣ Έξοδος, τόμος Γ'



(*)

Στον Πόντο δεν υπήρχαν Ελληνικά χωριά, υπήρχαν Ρωμέικα. Η γλώσσα που μιλούσαν ήταν τα Ρωμέικα και οι ίδιοι ήταν οι Ρωμιοί. Την Ελλάδα δεν την γνώριζαν παρά μόνο οι λόγιοι και τα παιδιά στα σχολεία τους. Βλέπε ανάρτηση μας εδώ

βιογραφίες : Δέσποινα Κωνσταντινίδου ( 1914 - 2009 )

➤ η Δέσποινα Βαρβέρη-Κωνσταντινίδου γεννήθηκε στην Αμισό (Σαμψούντα) στις 13 Οκτωβρίου του 1914. Ο παππούς της Θεόδωρος Βαρβέρης, από το Λεωνίδιο της Σπάρτη, ήλθε στην Αμισό, γνώρισε τη γιαγιά της Μαρία και μαζί απέκτησαν έναν υιό, τον Χαράλαμπο, πατέρα της Δέσποινας.

➤ τα πρώτα της γράμματα έμαθε στο Νηπιαγωγείο της Αμισού (1920-1921).  Τη χρονιά εκείνη (1921) συνέλαβαν τον πατέρα της, τον φυλάκισαν και έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του. Η χήρα πλέον Ελένη, μητέρα της Δέσποινας, μαζί με την πεθερά της Μαρία και τα δύο παιδιά της Δέσποινα και Θεόδωρο ήλθαν στην Ελλάδα το 1922. Στην αρχή έμειναν για 6 μήνες στην Ηγουμενίτσα και μετά εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά.

➤  η Δέσποινα τελείωσε το Διδασκαλείο Θηλέων Πειραιώς το 1933 με "Άριστα" και της χορηγήθηκε υποτροφία από το κληροδότημα των "Αδελφών Ζωσιμά" για δύο χρόνια (500 δρχ. μηνιαίως). Μετά την αποφοίτησή της εργάσθηκε για δύο χρόνια (1933-1935) ως δασκάλα σε ιδιωτικό σχολείο. Στις 2 Δεκεμβρίου του 1940 ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος της παρέδωσε σταυρό που έγραφε επάνω "Δημοτικό Σχολείο Δ. Κατρανίδου" στα Ταμπούρια.

➤ ανήσυχη και δημιουργική όπως ήταν άνοιξε δικό της ιδιωτικό σχολείο στη Δραπετσώνα Πειραιά, επί των οδών Ανωνύμου και Μαραγκάκη, σε ηλικία 21 ετών, το οποίο λειτούργησε από το 1935 ως το 1941 (έκλεισε λόγω του πολέμου).

➤ στις 15 Αυγούστου του 1943 παντρεύτηκε τον Δημοκράτη Κωνσταντινίδη, από τα Σούρμενα του Πόντου, εξαίρετο σύντροφο, με σπουδές στις Προξενικές και Εμπορικές επιστήμες. Μαζί του απέκτησε δύο παιδιά, τον Σάββα και την Ελένη.

➤ το 1950 άνοιξε νέο ιδιωτικό σχολείο στα σύνορα Καισαριανής-Παγκρατίου, το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1964. Το 1966-1977 εργάσθηκε στο ιδιωτικό σχολείο "Λύκειο Βύρωνος".

➤ το 1978-1981 εργάσθηκε στο Δημόσιο Δημοτικό Σχολείο Αντίκυρας και από το 1981-1984 στο Δημόσιο Δημοτικό Σχολείο Περιστερίου, απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Συνολικά συμπλήρωσε 39 χρόνια εργασίας αφοσιωμένα στη μεγάλη της αγάπη, "το παιδί".

η φιλανθρωπική δράση της υπήρξε μεγάλη. Με έγγραφο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών στις 15 Ιουνίου 1939, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος τη διόρισε μέλος του Δ.Σ. του φιλόπτωχου ταμείου της ενορίας του Ιερού Ναού Αγ. Φανουρίου Δραπετσώνας, όπου βοηθούσε φτωχά παιδιά της ενορίας. Στις 2 Δεκεμβρίου του 1940 ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος της παρέδωσε σταυρό που έγραφε επάνω "ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ". Τον σταυρό αυτόν παρέδωσε στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών το 1996. Επίσης το Ορφανοτροφείο Αρρένων "Ο Άγιος Γεώργιος" και Θηλέων "Ο Άγιος Πολύκαρπος" Κερατσινίου Πειραιώς της εξέφρασαν τη συγκίνηση και τις ευχαριστίες τους για το ενδιαφέρον της για τα ορφανά και τη δωρεά που τους είχε προσφέρει.

οι πνευματικές της ανησυχίες την οδήγησαν στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, στην οποία, ως μέλος, ξεκίνησε να εργάζεται υπό την καθοδήγηση του τότε προέδρου της, αειμνήστου Οδυσσέα Λαμψίδη, με αντικείμενο την αποδελτίωση βιβλίων, στα οποία περιέχονταν η αλληλογραφία της Επιτροπείας Ελλήνων Ποντίων Κωνσταντινουπόλεως. Εφοδιάστηκε με ειδική κάρτα αδείας εισόδου στο "Ιστορικό Αρχείο" του Υπ. Εξωτερικών με σκοπό την έρευνα και συγκέντρωση υλικού, μέρος του οποίου δημοσιεύεται στο "ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΝΤΟΥ" τόμος 40, 1955, σελ. 249-279. Το 1992, το Δ.Σ. της Ε.Π.Μ. τής ανέθεσε τα καθήκοντα της Γεν. Γραμματέως. Από τη θέση αυτή εκπροσώπηση την Ε.Π.Μ. σε πολλές πνευματικές εκδηλώσεις, ενώ έκανε και δικές της ομιλίες, με θέματα που αφορούσαν στον Πόντο.

απεβίωσε στις 14 Σεπτεμβρίου 2009 σε ηλικία 95 ετών.

[από την σελίδα της ΕΠΜ]

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

οι εξωμόται ...

➤ από τον τρίτο τόμο της Ποντιακής Στοάς (1975-1984) και από το άρθρο "από την ζωή των κρυφών Χριστιανών" μόνο μία σελίδα ... (άρθρο Δημήτριου Λαζαρίδη)
το θέμα ίσως το έχουν μελετήσει οι κοινωνιολόγοι, δεν γνωρίζουμε
δείτε την συμπεριφορά του απέναντι "σουλτάνου" και αναλογισθείτε ...

Αριστείδης Τσιλφίδης από το χωριό Κολτσούκ της Έρπαα

2η δημοσίευση

➤ παραθέτουμε την προσωπική και αυθεντική μαρτυρία του Αριστείδη Τσιλφίδη από το χωριό Κολτσούκ της Έρπαα. Η ανάρτηση προέρχεται από το δίκτυο - εδώ - και την δημοσιεύουμε χωρίς καμία παρέμβαση 
διαβάστε για την ζωή τους στο βουνό, για τα αμελέ ταμπουρού, για τον Κοτζά Αναστάς ... 
στην ετικέτα Έρπαα - εδώ - θα βρείτε περισσότερες αναρτήσεις για την περιοχή και το σημαντικό αντάρτικο που αναπτύχθηκε εκεί.


➤ βιογραφία Αριστείδης Τσιλφίδης
του Αριστείδη Τσιλφίδη (εγγονός του)

Γεννήθηκα στον Πόντο της Μικράς Ασίας το 1915. Το χωριό που γεννήθηκα λεγόταν Κολτσούκ, άλλα το λέγαμε και Γιουλτσούκ. Το Κολτσούκ ήταν στην επαρχία Τοκάτ και στο νομό Σεβάστειας. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν χαρούμενα. Στο χωριό μας ήταν 100 οικογένειες. Όλλοι ήμασταν Έλληνες. Τα γειτονικά χωριά ήταν τα περισσότερα Τουρκικά άλλα θυμάμαι ήταν και πολλοί Αρμένιοι, Τσερκέζοι και Λαζοί που έμαιναν κοντά μας, και που είχαμε φιλικές σχέσεις μαζί τους.

Στην άκρη του χωριού μας, ήταν ένα μικρό ποτάμι, ο Χήμαρος. Το χωριό μας είχε και σχολείο. Πήγα σχολείο μόνο ένα χρόνο. Ο δάσκαλός μας ήταν Πόντιος.

Το Κολτσούκ είχε εκκλησία που λεγόταν Άγιος Γεώργιος. Ακόμα σήμερα θυμάμαι πως χτυπούσε το καμπαναριό κάθε Κυριακή και όλλοι μαζεύωνταν γύρω στην εκκλησία. Όποιος ήθελε πίγενε στην εκκλησία.

Θυμάμαι και το Πάσχα πως βάφαμαι τα αυγά κόκκινα και τσουγγρίζαμε με άλλους. Στο χωριό μας ήμασταν όλλοι καθαρά Χριστιανοί.

Χορούς μόνο με κεμεντζέ χωρεύαμε. Ο λυράρης ήταν πάντα στη μέση και γύρω του χόρευαν όλλοι.

Το Κολτσούκ ήταν 4 ώρες με το πόδι άπο την Έρπαα (κωμόπολης) και 10 ώρες άπ'το Τοκάτ. Στην Έρπαα κάμναμε τα ψώνια μας.

Ο γάμος στο χωριό μας γινόταν κρυφτά ή με προξενειό.

Το χωριό μας είχε φρούτα σαν αχλάδια και απίδια, και λαχανικά σαν πατάτες και καλαμπόκια. Είχαμε και 2 νερόμυλοι. Οι νερόμυλοι ήταν μέσα στο ποτάμι. Γυρνούσε γύρω και έκαμνε αλεύρι άπο το σιτάρι. Με το αλεύρι κάμναμε ψωμί και πίτες.

Δεν υπήρχαν γιατροί στο χωριό μας. Τους άρρωστους τους γιατρεύαμε με πρακτικά. Χρησιμοποιούσαμε φυτά για να τους κάνουμε φάρμακα που τα τρίβαμε ή τα έπιναν για να γίνουν καλά..

Το χωριό μας ήταν γεωργικό. Ο πρόεδρος του χωριού ήταν ο Μουχτάρ. Ήταν και ο αγροφύλακας του χωριού. Το χωριό τον πλήρωνε να κάνει τη δουλειά του.

Είχαμε και 2 αγελάδες που έκαμναν γάλα που πίναμε. Απ'το γάλα κάμναμε και ένα πολλή γλυκό τυρί που το λέγαμε φούταρι, ή ‘πασκετάν'.

Ο πατέρας μου λεγώταν Ιωάννης Τσιλφίδης. Ήταν ξυλουργός/χτίστης. Μπορούσε να φτιάξει ότι να'ναι άπο ξύλο άλλα η δουλεία του ήταν να φτιάχνει σπίτια. Ο πυκνός δάσος γύρω μας ήταν γεμάτο οξιές και πεύκα. Υπήρχε και ένα είδος τσάϊ που το λέγαμε ‘Ευρωπαϊκό Τσάϊ.'

Η μάνα μου ήταν η Μαρία Κουκλίδου. Έγνεθε μαλλί για κάλτσες και φαννέλες. Έσπερνε σιτάρι (καλαμπόκιου) και άπο το σιτάρι έκαμνε ‘λιγούρ'. Το λιγούρ ήταν σαν ρίζι που το κάμναμε σούπες.

Ο παππούς μου (του πατέρα μου ο πατέρας) ήταν ο Ευστάθιος Τσιλφίδης. Η γιαγιά μου ήταν η Δέσποινα. Και αυτοί έμαιναν μαζί μας στο Κολτσούκ.

Είχα μία αδελφή. Ήταν 2 χρόνια μεγαλύτερη άπο‘μένα. Η μάνα μου γέννησε 12 μωρά άλλα μόνο εγώ ζώ σήμερα.

Η γυναίκα που παντρεύτηκα είναι η Αιωνία Βασιλειάδου. Αυτή γεννήθηκε σε ένα χωριό του Πόντου που λεγώταν Κωλέονου.

Ήταν ένα χωριό κοντά μας που λεγόταν Τσαμπολάτ. Ήταν μία ώρα με το πόδι άπο το Κολτσούκ. Οι περισσότεροι φίλοι του πατέρα μου ζούσαν στο Τσαμπολάτ. Ήταν Τσερκέζοι. Εκεί ζούσε και ο αδελφός του πατέρα μου, ο Νίκος Τσιλφίδης. Ένας λοχαγός εκεί είχε 200 πρόβατα και ο Θείος μου ο Νίκος τα βοσκούσε.

Το καλοκαίρι ο θείος μου ο Νίκος έφερνε τα πρώβατα σε ένα βουνό κοντά μας που λεγόταν Γιαγλετσούκ. (σημ.: είναι το Τόπτσαμ).Ήταν όμως και ένα κριάρι μαζί του και θυμάμαι κάθε φωρά που έφερνε τα πρώβατα στο χωριό μας, το κριάρι μας κυνηγούσε. Όλλα τα παιδιά έκλεγαν άλλα ο Θείος μου πάντα πρόσεχε να μην με αγγίζει το κριάρι. Με έπαιρνε αγγαλιά του και είχε και ένα μακρή ξήλο έτοιμο να μην μας ορμήξει. Και τα άλλα παιδιά όμως τα πρόσεχε. Όχι μόνο εμένα.

Σε ένα κοντινό χωριό το Εβέρεον ήταν ένας Τσιφλικάς, πλούσιος φαρμαδώρος. Οι γονείς μου δούλευαν στο αγρόκτημα του, και αυτός τους πλήρωνε. Τους έδεινε και σπίτι να μείνουν, αφού ήταν μακρυά άπο το χωριό μας, και δουλεύανε εκεί για πολλή χρόνο.

Μιά μέρα 2 τσεντερμάδες ήρθαν στο Εβέρεον. Αμέσως πήγαν στον πατέρα μου και τον είπαν στα Τουρκικά ... "Δεν υπηρέτησες στρατό!" Αμέσως τον πήραν τον πατέρα μου πάνω στα άλογα τυυς και έφυγαν. Μώλις το έμαθε ο Τσιφλικάς, πήρε το άλογο του και πήγε στο χωράφι να τους βρεί. Πρώτα όμως πήγε στο χωριό μας και πήρε μαζί του τον Πάτερ του χωριού, και έναν άλλον συγγενό μας, τον Τελί-Χατζί. Οι τρείς πήγαν και βρήκαν τους τσεντερμάδες, και τους ρώτησαν γιατί τον έκλεψαν τον πατέρα μου και τι μπορούν να κάνουν να τον ελευθερώσουν. Οι τσεντερμάδες ζήτησαν για 3 λίρες. Ο Τσιφλικάς τους πλήρωσε και ο πατέρας μου γύρισε σπίτι.

Άλλη φωρά όμως, ο πατέρας μου δεν είχε τέτοια τύχη. Τον έπιασαν οι Τούρκοι και τον έστειλαν στα Τάγματα Εργασίας. (Αμελέ Ταμπουρού). Όλλοι ήξεραν ότι στα Τάγματα αυτά, κανένας δεν γλύτωνε. Μόνο οι Έλληνες έπρεπε να τα κάνουν. Η δουλειά ήταν πολλή δύσκολη και πολλοί λίγοι γλύτωναν. Πολλοί πέθαιναν. Οι εργαστές σε αυτά τα Τάγματα έπρεπε να σκάβουν και να σπάνε πέτρες κάπου μεσογειακά στην Μικρά Ασία χωρίς φαγητό και λίγο νερό. Ήταν δηλαδή Ταγματα θανάτου.

Ένα βράδυ, ο πατέρας μου αποφάσισε να φύγει άπο τα Τάγματα. Όταν όλλοι κοιμήθηκαν, ο πατέρας μου έφυγε με το τροχάδι για να γυρίσει σπίτι.. Έτρεχε για μέρες. Μιά βραδιά όμως, τον έπιασαν 2 τσεντερμάδες. Αμέσως τον έβαλαν όπλο στο κεφάλι και ήταν έτοιμοι να τον σκοτώσουν. Το είδε ένας Λαζός και τους πλησίασε τους τσεντερμάδες και τους ρώτησε γιατί θα τον σκοτώσουν τον πατέρα μου. Οι τσεντερμάδες είπαν ότι ήταν Αρμένιος και γι' αυτό θα τον σκοτώσουν. Αυτό είχε γίνει την εποχή που οι Τούρκοι έσφαζαν όλλους τους Αρμένιους.

Ο Λαζός τους είπε ότι ο πατέρασς μου ήταν Έλληνας και όχι Αρμένιος. Αυτοί δεν τον πίστεψαν. Ο Λαζός είπε ότι μπορεί να τους δείξει ότι ο πατέρας μου μάλλον ήταν Έλληνας και όχι Αρμένιος. Ο Λαζός είπε τον πατέρα μου να πεί το Πάτερ Ημόν αλλιώς θα τον σκοτώσουν. Αμέσως ο πατέρας μου το είπε. Είπε και μερικές άλλες ψαλμωδίες που έλεγε στην εκκλησία κάθε Κυριακή. Οι τσεντερμάδες τον κοίταξαν καλά, και αποφάσισαν να τον αφήσουν ελεύθερο.

Άπο εκείνη την ημέρα οι τσεντερμάδες περνούσαν άπο το χωριό μας ψάχνοντας τον πατέρα μου. Για να τους αποφύγει, ο πατέρας μου έκρυβε. Δεν ήθελε να πεθάνει στα Τάγματα Εργασίας. Για ένα χρονικό διάστημα έκρυβε στο ταβάνι του σπιτιού μας για 6 ολόκληρες μήνες για να μην τον ποιάσυν οι Τούρκοι. Η μάνα μου τον έδεινε φαγητό και νερό, και τον δίναμε κλωστί και μας έπλεκε κάλτσες και φανέλλες. Μόνο έτσι μπορούσε να τους αποφύγει.

Ήμουν 5 ή 6 όταν θυμάμαι άρχισαν οι φασαρίες στην επαρχία μας και τα γειτονικά χωριά. Και πρωτού άπο αυτό, οι Τούρκοι πολλές φωρές μας πλησίαζαν άλλα εμείς αποφεύγαμε τις φασαρίες και φεύγαμε στα γειτωνικά χωριά.

Άλλα αυτή τη φωρά ήταν διαφορετικά. Ο πατέρας μου ο οποίος δούλεβε σε ένα Τουρκικό χωριό κοντά στην Έρπα, έμαθε ότι άρχισαν να σφάζουν όλλους τους Έλληνες. Έμαθε ότι ένας στρατιώτης που λεγόταν "Τοπάλ Οσμάν" περικύκλωσε ολόκληρη την Έρπαα και άρχισε να σφάζει όλλους τους Έλληνες. Οι μόνοι που απόφευγαν τις σφαγές ήταν Τούρκοι. Μικρούς και μεγάλους όλλους τους έσφαζε.

Μώλις το χωριό μας άκουσε τα νέα, όλλοι φωβήθηκαν. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να φύγουμε στα γειτονικά βουνά. Αποφασίσαμε όλλοι να φύγουμε στο βουνό το Γιαγλετσούκ.

Όλλοι φύγαμε στα γρήγορα. Μερικοί δεν είχαν ώρα να πάρουν πολλά ρούχα μαζί τους. Δεν ήξεραν εκείνη τι στιγμή ότι θα λείπουν για πολλή καιρό.

Στο βουνό καθήσαμε για δυό-μιση χρόνια γιατί μας κινηγούσε ο Τούρκος. Σκάβαμε τρύπες στο χώμα και τα κάμναμε μικρά σπιτάκια. Τα βράδυα κοιμώμασταν στις τρύπες αυτές για να μην μας ποιάσουν οι Τούρκοι άλλα και να μην κρυώσουμε. Στα πλάγια βάζαμε πέτρες σαν τοίχους. Άπο πάνω τα σκεπάζαμε με ξύλα και άπο πάνω άπ'τα ξύλα βάζαμε χώμα για να μην περάσει νερό μέσα.

Το χιόνι κάθε χειμώνα ήταν το πιό δύσκολο για όλλους μας και ειδικά για τα μωρά, τις γυναίκες και τους γέρους. Τα βράδυα ανάβαμε φωτιές στα μικρά σπιτάκια μας για να ζεσταθούμε. Ήταν πολλή δύσκολα τα πράγαματυα άλλα δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς. Αυτοί που δεν έφεραν μαζί τους πολλά ρούχα υπόφεραν το περισσότερο. Κάμναμε ότι μπορούσαμε όλλοι να τους βοηθήσουμε, άλλα πέθαιναν πολλοί άπ'το κρύο κάθε μέρα. Πολλοί πέθαιναν και άπο πέινα και αρρώστιες, ειδικά οι γέροι και τα μικρά παιδιά.


Τα βράδυα οι άντρες πίγαιναν στα γειτονικά μέροι να βρούν τρώφημο. Έποιαναν ζώα και τα έφερναν πίσω και τρώγαμε όλλοι. Δεν είχαμε και νερό. Μία μέρα θυμάμαι είδα έναν άνθρωπο να πείνει τα ούρα του άπο τη δείψα. Ο καθένας έκαμνε ότι μπορούσε για να αντέξει.

To μόνο που μπορούσαν να κάνουν οι άντρες μας ήταν να οπληθούν. Πολλές φωρές ο Τουρκικός στρατός προσπθούσε να μας πλησιάσει επάνω στο βουνό. Ήθελαν να μας σκωτώσουν. Αύτο ήθελαν να κάνουν. Άλλα οι αντάρτες μας πρωστάτευαν. Έκαμναν ότι μπορούσαν και με όλλη τη δύναμη τους να προσέχουν τα γυναικόπαιδα πρώτα, άλλα και ολόκληρη την παρέα.

Ο αρχηγός των ανταρτών στο βουνό μας ήταν ο Γοτσά Ναστάς. Ήταν συγγενός μας. Πολλές φωρές ερχόταν στο χωριό μας για να δεί τον πατέρα μου. Αν δεν ήταν ο πατέρας μου σπίτι, η μητέρα μου τον έλεγε να έρθει μέσα άλλα αυτός δεν ερχόταν. Τον ονόμασαν όλλοι Γοτσά Ναστας. Γοτσά γιατί ήταν ψηλός, και Ναστάς άπο το Παπαδόπουλος. Ήταν μεγαλώσομος άνθρωπος και είχε μία πολλή γερή φωνή. Όταν έδεινε διαταγές όλλοι άκουγαν.

Όταν οι Τούρκοι πρωσπαθούσαν να μπούν στο βουνό επάνω για να μας πλησιάσουν, στέλναμε σήματα στον Γοτσά Ναστάς και τους αντάρτες, και αμέσως έρχονταν να μας βοηθήσουν. Πολλές φωρές μας πυροβωλούσαν οι Τούρκοι και οι αντάρτες τους πυροβωλούσαν. Άλλα πάντα οι αντάρτες έβρησκαν τρόπο να μας προσέχουν. Ήμασταν πάνω ψηλά στο βουνό, τα δέντρα ήταν πυκνά και ήταν δύσκολα να μας χτυπήσουν. Ήταν και οι αντάρτες καλά οργανωμένοι. Πρωσπαθούσαν γερά να μην μας αγγίξουν.

Μερικές φωρές οι Τούρκοι μας πυροβωλούσαν άλλα ο Γοτσά Ναστάς περίμενε για την πιό σωστή ώρα να τους πυρωβωλήσει πίσω.

Ο καιρός περνούσε και ο Γοτσά Ναστάς είχε γίνει περίφημος. Όλλοι οι Τούρκοι ήξεραν για τον Γοτσά Ναστας και όλλοι ήθελαν να τον σκωτόσουν. Οι Τουρκοι έστελναν τους μεγαλύτερους και ικανούς στρατιώτες να τον νικήσουν άλλα δεν μπορούσαν.

Γύρω στης 1923, είχαμε μάθει ότι θα γίνει ανταλλαγή πληθυσμού μεταξή την Ελλάδα και την Τουρκία. Τα δύσκολα χρόνια πάνω στο βουνό είχαν έρθει στο τέλος. Αυτοί που οπληστήκανε όμως, ακόμα τους κυνιγούσε ο Τουρκικός στρατός. Πολλοί αντάρτες έφυγαν κρυφά στην Ρωσσία με καϊκια. Οι Τούρκοι δεν τους ένοιαζε ότι αυτοί οι αντάρτες οπληστήκαν μόνο για να μας πρωστατέψουν.

Ο Γοτσά Ναστάς πίγενε άπο ένα σπίτι στο άλλο για να αποφύγει τον Τουρκικό στρατό. Δεν καθόταν σε ένα μέρος για πολλή καιρό γιατί ήξερε ότι οι Τούρκοι τον έψαχναν. Μερικές φωρές οι Τούρκοι έστελναν αγγελιοφώροι που τον έλεγαν ότι ήμαστε τώρα φοίλοι για να τον γελάσουν. Άλλα ο Γοτσά Ναστάς δεν τους πίστευε.

Τον έλεγαν ότι δεν θα τον πειράξουν.

Ένα βράδυ ο Γοτσά Ναστάς ήταν σε ένα σπίτι ενός φίλου. Βγήκε έξω να πάει στη τουαλέτα. Ήταν πολλή σκοτάδι. Δεν ήξερε ότι έξω έκρυβε μία ομάδα Τούρκων. Περίμεναν να βγεί και άρχισαν να τον πυροβολήσουν. Έτσι σκωτώθηκε ο Γοτσά Ναστάς.

Την επόμενη μέρα θυμάμαι πως άκουσα πολλή θόρυβο έξω στην πόλη. Πήγα να δω τι γινόταν. Είδα πολλής κόσμος γύρω σε μία τηλεγραφική πόστα. Αφού ήμουν μικρός, μπήκα στο πλήθος και πίγα μπρωστά να δώ καλύτερα τι γινόταν. Όταν έφτασα μπρωστά είδα τον Θείο μου κρεμαγμένο άπο το λαιμό στην πόστα. Δεν πίστεψα τα μάτια μου. Είχαν βγάλει το πουκάμισό του και μέτρησα 7 πυροβωλήματτα στο στήθος του. Οι Τούρκοι όλλοι φώναζαν, τον έφτυναν.και τον χρυπούσαν. Μετά τον πήγαν άπο ένα χωριό στο άλλο φωνάζωντας "Ποιάσαμε τον Πατέρα τον Ποντίων".

Μας είπανε ότι πρέπει να φύγουμε άπο την Τουρκία. Άπο το κράτος που γεννηθήκαμε, το έδαφος που για εμάς ήταν η μάνα γη. Η πρώτη σταδιοδρομία ήταν στο Τσαμπολαάτ που καθήσαμε για μία εβδομάδα. Μετά πήγαμε στο Τοκάτ που ήταν 10 ώρες μακριά με το πόδι. Οι περισσότεροι περπατούσαν ενώ είχαμε μαζί μας άλογα και καραβάνια. Για τα καραβάνια έπρεπε να πληρώσουμε Τούρκους για να μας πάνε.

Άπο το Τοκάτ αρχίσαμε για τη μακρινή Σαμψούντα που ήταν 2-3 μέρες μακριά. Δεν ήταν μόνο κακό που αφήναμε πίσω τα σπίτια μας, τις εκκλισίες μας και τα καταστήματά μας, άλλα μας έπαιρναν λεφτά για το ταξίδι.

Οι δρόμοι δεν ήταν και ασφαλείς. Θυμάμαι σε ένα δρόμο ένας Τούρκος πλησίασε μία γυναίκα που φωρούσε καινούρια παππούτσια. Την έκανε να τα τα βγάλει και της τα πείρε. Αυτός της πέταξε τα δικά του τα παλαιά τρυπωμέννα παππούτσια. Μας διαφθείρονταν?? κιόλας. .

Όταν φτάσαμε στην Σαμψούντα, η μάνα μου γέννησε το δωδέκατο μωρό της. Βλέπαμε Τούρκους στους δρόμους που κυνηγούσαν Πόντιους και τους χτυπούσαν. Το μωρό αρρώστησε και δεν ξέραμε τι θα γίνει. Ρωτήσαμε κάπιων να το βαφτήσει. Μετά λίγη ώρα όμως το μωρό πέθανε.

Την τελευταία φωρά που είδαμε τον αδελφό του πατέρα μου, τον Νίκο, ήταν στην Σαμψούντα. Δεν ξέρουμε τι έγινε και αν ανέβηκε στο πλοίο μαζί μας. Μέχρι σήμερα δεν ξέρουμε αν έζησε και αν πρόλαβε να φύγει άπο την Σαμψούντα. Πιστεύουμαι ότι οι Τούρκοι τον σκώτωσαν στην Σαμψούντα.

Ανεβήκαμε σε πλοίοι που μας πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Πάλη πληρώσαμε Τούρκους γι' αύτο. Ποιός ξέρει τι έγιναν αυτοί που δεν είχαν λεφτά για το ταξίδι. Όταν φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη μας έβαλαν σε στρατώνα. Δεν μας άφηναν να φύγουμε άπο αυτό το μέρος.

Ο Ερυθρός Σταυρός μας έδεινε μπισκώτα να φάμε. Ήμασταν όλλοι πειναζμένοι και πολλή κουρασμένοι. Μας έδειναν και ένα είδος αλέβρη που είχε σαν ζάχαρι μέσα. Το ανακατεύαμε με νερό και τρώγαμε. Πολλές φωρές φαντάζωμαι πόσσοι θα πέθαιναν αν δεν ήταν ο Ευθρός Σταυρός κοντά μας στην Κωνσταντινούπολη.

Οι νοσοκόμες έδειναν τα μωρά εννέσις για να μην αρρωστήσουν άλλα κάθε μέρα 50-100 άνθρωποι παίθαιναν μπρωστά μας.

Ένα πράγμα έχει μείνει μαζί μου μέχρι σήμερα. Περιμένωντας για τρωφή, σε μία μεγάλη γραμμή, θυμάμαι ένας άνθρωπος που είχε 2 τσουβάλια και μας έδεινε τρωφή. Ακόμα θυμάμαι τα χέρια μου που τα είχα φουχτώσει και τον πλησίασα. Ακόμα θυμάμαι το αλέβρη και και πως χτύπησε το δέρμα μου. Αυτό ποτέ δεν θα το ξεχάσω.

Μας έβαλαν πάλη σε πλοίο και μας πήγαν στη Θεσσαλονίκη. Δεν ξέραμε που μας πήγαιναν. Ότι μας έλεγαν το κάμναμε. Στη Θεσσαλονίκη, στρατιώτες μας έβαλαν σε τραίνα. Περάσαμε άπο τη Βέροια που θυμάμαι τότες ήταν γεμάτο κουνούπια. Σήμερα είναι μία μεγάλη πώλη.

Άπο τη Βέροια μας φώρτωσαν σε στρατιωτικά αμάξια και μας πήγανε στη Κοζάνι. Σε ένα μέρος που λεγόταν Αμύντεο, θυμάμαι η αδελφή μου η Σταυρούλα πέθανε. Ήταν 12 χρονόν. Εγώ ήμουν 8.

Τελικά φτάσαμε στην Πλαζώμιστα. Πριν την ανταλλαγή πλυθησμού, η Πλαζώμιστα ήταν Μουσουλμανικό χωριό. Οι Μουσουλμάνοι όμως πήγαν στην Τουρκία ανάλογα με τη Συνθήκη της Λωζάνης.


Το χωριό αργότερα το ονομάσαμε Σταυροδρόμι. Το κράτος μας έδωσε 2 πρώβαττα. Τα πρώβατα ήταν των Μουσουλμάνων. Η μάνα μου άντεξε μόνο 3 μήνες πριν πεθάνει. Η κούραση επάνω στο βουνό και το ταξίδι την τελείωσε. Είχε χάσει και 11 μωρά. Ο πατέρας μου πέθανε το 1930, 7 χρόνια αργότερα σε ηλικία 48 χρονόν.

Ο Αριστείδης Τσιλφίδης πέθανε το Μάιο του 2006