23 Αυγούστου 2022

Τάνια Λαζαρίδου, "επιστροφή"

πρώτη δημοσίευση 23.8.2022

προσκύνημα Τάνιας Λαζαρίδου στις πατρογονικές εστίες

Η Τάνια Λαζαρίδου είναι μια συμπατριώτισσά μου από την Δράμα. Μου έστειλε το παρακάτω εκπληκτικό κείμενο ενός προσκυνηματικού ταξιδιού στον Πόντο και συγκεκριμένα στο χωριό Ζάβερα της Άνω Ματσούκας. Το ταξίδι έγινε το καλοκαίρι του 2006 και η ίδια έδωσε στο κείμενό της τον τίτλο "Επιστροφή".

Παρακάτω στο κείμενο το εξηγεί... "επιστρέφω σ' ένα μέρος που δεν έχω ξαναπάει!!" και νομίζω αυτό τα λέει όλα…

Είναι όπως είπα μια εκπληκτική γραφή. Φαίνεται το έχει η Ζάβερα να βγάζει Παπαδιαμάντηδες…

Ευχαριστούμε Τάνια Λαζαρίδου και ελπίζουμε να σε διαβάσουμε σε κάποιο βιβλίο σου γιατί "τόχεις".

 

Σημ.

Ο Γιώργος Ζερζελίδης, επίσης από την Ζάβερα, θεωρείται ως ο Παπαδιαμάντης του Πόντου

 

-----------------------------------------------------------------------------------

Τάνιας Λαζαρίδου,
"Επιστροφή"

Το λεωφορείο που ξεκίνησε δυο μέρες πριν απ' τη Θεσσαλονίκη, έτρεχε στον άνετο αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση Ανατολικά. Στ' αριστερά μου η θάλασσα, η Μαύρη Θάλασσα, απέραντη όσο έπιανε το μάτι και οι πόλεις να διαδέχονται η μια την άλλη... Αμισός, Κοτύωρα, Οινόη, Κερασούντα, Τρίπολη...

Στα δεξιά μου πανύψηλα κατάφυτα βουνά και μεγάλα ποτάμια κάθε τόσο να κόβουν τον δρόμο! Τα μάτια μου αχόρταγα δέχονταν τις εικόνες και η καρδιά μου έτρεμε από συγκίνηση... επέστρεφα στη γη των προγόνων μου, σε μια αναζήτηση συναισθηματικά φορτισμένη να ψάχνω να βρω κάτι απ' το παρελθόν και να ανακαλύπτω τελικά άγνωστα κομμάτια του εαυτού μου που αγνοούσα! Πίσω μου ο ήλιος δύει μεγαλοπρεπής και η μυθική Τραπεζούντα, χιλιόχρονη και νέα, με υποδέχεται... Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα ελάχιστα, το μυαλό μου, ενενήντα χρόνια πίσω, στους παππούδες μου! Επιτέλους θα έβλεπα ό,τι είχαν δει κι εκείνοι...

Την άλλη μέρα αφήνω τα παράλια και προχωρώ προς το εσωτερικό να βρω το χωριό του παππού, με οδηγό έναν Ελληνόφωνο Τούρκο με τον οποίο συνεννοούμαι άνετα! Με ξεναγεί στην καρδιά του Πόντου, την Ματσούκα! Ο δρόμος φιδίσιος, πλάι στο αφρισμένο ποτάμι, τον Δαφνοπόταμο, και γύρω κάθετα βουνά καταπράσινα, Αύγουστο μήνα!! Χωριά σκαρφαλωμένα στις πλαγιές, διάσπαρτα, πνιγμένα στο απόλυτο πράσινο και πάνω, ψηλά, οι κορυφές με την αλπική ζώνη!

"Αδά εν η Ζάβερα, τεσόν το χωρίον" άκουσα τον οδηγό να λέει και τρέμοντας τα πόδια μου πατούν την ευλογημένη και χιλιοτραγουδισμένη πατρική γη ... ενενήντα χρόνια μετά, εγώ έχω την τιμή και την ανείπωτη χαρά της επιστροφής... επιστρέφω σ' ένα μέρος που δεν έχω ξαναπάει!!

Με μιας ένας κόσμος μυθικός, φτιαγμένος απ' τις διηγήσεις της γιαγιάς και του παππού ... ένας κόσμος τόσο οικείος, όμορφος και ζωντανός γεμάτος χαρές, πανηγύρια, λύπες, μόχθο, ιστορία και παράδοση, ξεδιπλώνεται μπροστά μου... Τα μάτια της ψυχής μου γλυστρούν στο χθες και ψάχνουν ανάμεσα στα μισογκρεμισμένα σπίτια, αυτό, του παππού μου! Επιλέγω και μπαίνω σ' ένα σπίτι εκεί, χαμηλά, κοντά στο ποτάμι. Το περιεργάζομαι, το αγγίζω, ακούω τους ήχους του, κλείνω τα μάτια μου και το βαφτίζω σπίτι του παππού μου...

" ...η μητέρα του ήταν μαμμή κι ο πατέρας του δάσκαλος ελληνικών! Ελληνικών! Εκεί, στον μυχό του Εύξεινου Πόντου, σ' ένα μικρό ορεινό χωριό και 2500 χλμ από την Αθήνα...

Όταν άρχισαν τα σύννεφα να σκιάζουν τον καθαρό ουρανό τους ήταν 1916 και είχαν ήδη πληρώσει δύο φορές τον τούρκο καιμακάμη για να μη πάρει τα δυο αγόρια τους στα Αμελέ Ταμπουρού, απ' όπου δε γύρισε κανείς... Τα χαμπάρια από παντού ήταν φοβερά για διωγμούς των χριστιανών και ο φόβος είχε φωλιάσει μέσα τους. Έτσι οι γονείς αποφασίζουν τη φυγάδευση των αγοριών στη ρωσοκρατούμενη Τραπεζούντα. Αναλογίζομαι εκείνη την στιγμή που τα αγόρια 16 και 17 χρονών αποχαιρετούν τους γονείς και την μικρή αδελφή τους... τι τους επιφύλασσε η μοίρα ούτε που φαντάζονταν... Σαν κυνηγημένα πουλιά, με την ψυχή στο στόμα, μέσα από πυκνά δάση και ρεματιές, οδοιπορώντας μόνο τη νύχτα για να ξεφεύγουν τον τούρκικο στρατό, τα καταφέρνουν να φτάσουν στην Τραπεζούντα.

Πίσω, στη Ζάβερα όταν οι Τούρκοι πληροφορούνται τη φυγή των αγοριών ξεσπούν στο δάσκαλο και τον αφήνουν ημιθανή... πεθαίνει δέκα μέρες μετά... Προσπαθώ να έλθω στη θέση της μάνας... το πένθος του άνδρα, ο αποχωρισμός των παιδιών,η κρισιμότητα των στιγμών... Όμως σφίγγει τα δόντια, η πόντια μάνα, για χάρη της μικρής κόρης κι έτσι με την ανταλλαγή των πληθυσμών, ακολουθούν την πορεία των άλλων χωριανών, κουβαλώντας μαζί τους όλη η περιουσία τους, την εικόνα και τον αγιασμό της Παναγίας Σουμελά και όλοι μαζί τραβούν την μαρτυρική πορεία της Ανατολίας. Ένας κόσμος ολόκληρος καταρρέει...

Τα αδέλφια για κακή τους τύχη χωρίζουν όταν αποβιβάζονται σε διαφορετικά καράβια για την "Ρουσία"...δεν θα ξανασμίξουν ποτέ, χάνονται σε μια χώρα όπου η Οκτωβριανή Επανάσταση μόλις ξεκινά...

Ο ένας αδελφός, ο παππούς μου, βρίσκεται στην Κριμαία με άλλους πόντιους που έχουν βρει καταφύγιο εκεί και σ' ένα μικρό χωριό ξεκινά τη ζωή του... φτιάχνει οικογένεια (ο πατέρας μου γεννιέται εκεί) δουλεύει τη γη, είναι μάστορας και δάσκαλος ελληνικών στα ποντιόπουλα του χωριού. Ζει στη Ρωσία 23 χρόνια και βλέπει να εδραιώνεται ένα άλλο τυραννικό καθεστώς με νέες διώξεις... και πάλι ξένος...

Η μάνα του ζει πια στη φιλόξενη γη της Μακεδονίας, όμως δεν έπαψε ποτέ να αναζητά τα "πουλία" της και αφού τον βρίσκει, του κάνει πρόσκληση και το 1939 φτάνει με την οικογένειά του στην Ελλάδα... έτσι ξανασμίγουν μάνα και γιος σε έναν καινούργιο τόπο είκοσι τρία χρόνια, μετά... Τον αποχαιρέτισε 16 χρονών παλληκαράκι και τον ξαναείδε σαραντάχρονο άντρα με τέσσερα παιδιά...ο πατέρας μου θυμάται ακόμη τη μέρα αυτής της συνάντησης σ' ένα ορεινό χωριό της Καβάλας. Θυμάται τα κλάματα και τα γέλια, τη χαρά του ανταμώματος των ζωντανών και τη θλίψη των χαμένων κι όλο το χωριό μαζί τους με συνοδεία τον μελαγχολικό ήχο του κεμετζέ, της ποντιακής λύρας...

Ένα καυτό δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου αλλά το δροσερό αεράκι φύσηξε το πρόσωπό μου και με επανέφερε στο σήμερα... ήταν ο καθαρός αέρας απ' τα παρχάρια, τους βοσκότοπους, που περνούσε μέσα απ' τα ορθάνοιχτα παράθυρα... Φεύγοντας το μάτι μου πέφτει σ' ένα ραφάκι και στο κλειδί που είναι πάνω του... αρπάζω το" ανοιγάρ" και βγαίνω! Το κλειδί του σπιτιού μας είναι πάλι δικό μου! Το χώνω στον κόρφο μου, δίπλα στην καρδιά μου...

Στην κοντινή βρύση του χωριού έσκυψα, ήπια κρύο παγωμένο παρχαρόνερο κι έκανα τον σταυρό μου... ξέρω ότι οι ψυχούλες τους σήμερα αναπαύτηκαν...

Ένας μεγάλος κύκλος έκλεισε απαλά, σχεδόν έναν αιώνα μετά..."
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: