Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

βιογραφίες : Χρύσανθος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ο από Τραπεζούντος (1881-1949)

➤ η ιστοσελίδα της ΕΠΜ έχει αρκετές βιογραφίες Ποντίων ιεραρχών, διανοουμένων και λογίων οι οποίοι διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο κυρίως την περίοδο πριν από την ανταλλαγή.
➤ από αυτές τις σελίδες - εδώ - θα αναρτήσουμε αρκετές βιογραφίες.

➤ Χρύσανθος (1881 - 1949)


Ο Χρύσανθος, κατά κόσμον Χαρίλαος Φιλιππίδης, γεννήθηκε το 1881 στην Κομοτηνή. Τις πρώτες σπουδές έκανε στα σχολεία της Κομοτηνής και Ξάνθης και το 1897 εισήχθη στη Θεολογική Σχολή Χάλκης, οπότε και απεφοίτησε αριστεύσας το 1903. Αφού χειροτονήθηκε διάκονος και από Χαρίλαος μετονομάστηκε Χρύσανθος προσλήφθηκε στη διακονία του Μητροπολίτη Τραπεζούντας Κωνσταντίου Καρατζοπούλου αναλαμβάνοντας και τα καθήκοντα ιεροκήρυκα και καθηγητή των θρησκευτικών στο περιώνυμο Ελληνικό Φροντιστήριο Τραπεζούντας.

Ο προϊστάμενός του Κωνστάντιος γρήγορα διείδε την διοικητική του ικανότητα και γι΄ αυτό φεύγοντας για την Κωνσταντινούπολη τον άφησε αρχιερατικό επίτροπο. Τον Δεκέμβριο του 1906 η Μεγάλη Εκκλησία αποφάσισε να εφαρμόσει το κοινοβιακό σύστημα στην πατριαρχική μονή Σουμελά. Ο Κωνστάντιος, αντί να πάει ο ίδιος στη μονή για την εφαρμογή της πατριαρχικής απόφασης, έστειλε ως αντιπρόσωπό του τον Χρύσανθο, ο οποίος εξετέλεσε επιτυχώς την αποστολή. Επέβαλε το κοινοβιακό σύστημα, έλεγξε την οικονομική διαχείριση και κατέγραψε την ακίνητη και κινητή περιουσία συμπεριλαμβανομένων και των πολύτιμων κειμηλίων, με βάση λεπτομερή και ακριβή κώδικα, τον οποίο είχε καταρτίσει προηγουμένως ο επόπτης της μονής Μητροπολίτης Ροδοπόλεως Γερβάσιος Σαρασίτης.

Κατά την πενταετή εκκλησιαστική, εκπαιδευτική και διοικητική υπηρεσία του ο νεαρός διάκονος Χρύσανθος απέκτησε αμέριστη την εκτίμηση της Ελληνικής κοινωνίας της Τραπεζούντας για το σεμνό και άψογο ήθος, τον σοβαρό χαρακτήρα και την διοικητική του ικανότητα. Δύο μεγάλοι στυλοβάτες της κοινότητας, ο Γεώργιος Φωστηρόπουλος και ο Κωνσταντίνος Θεοφύλακτος, τον βοηθούν χρηματικώς για να συνεχίσει επί τετραετία τις σπουδές του στα πανεπιστήμια της Λωζάνης και της Λειψίας.

Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη το 1911 διορίστηκε από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ αρχειοφύλακας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και διευθυντής και αρχισυντάκτης της «Εκκλησιαστικής Αλήθειας», του επίσημου εβδομαδιαίου δημοσιογραφικού οργάνου του Πατριαρχείου.

Το 1912 το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον έστειλε ως έξαρχο στη Βενετία για να ερευνήσει την κατάσταση της εκεί ορθοδόξου Ελληνικής κοινότητας και να υποβάλει σχετική έκθεση.

Στις 18 Μαΐου 1913 το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον εκλέγει Μητροπολίτη Τραπεζούντας, ο οποίος αναδείχθηκε μέσα στα επόμενα δύσκολα χρόνια, όχι μόνο υπέροχος ιεράρχης αλλά και εθνάρχης. Συγκεκριμένα :

Όταν ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος μετάβαλε την Τραπεζούντα και τον Πόντο γενικότερα σε περιοχή πολεμικής δράσης και άτακτα στίφη τουρκικού όχλου άρχισαν να περιέρχονται τη χώρα και να επιδίδονται σε λεηλασίες και να πράττουν ποικίλες κακοποιήσεις των Ελλήνων, ο Χρύσανθος προκειμένου να περιοριστεί το κακό, προσπάθησε να πείσει την τουρκικές αρχές περί της απόλυτης νομιμοφροσύνης των Ελλήνων. Και πρώτος έσπευσε να εγγυηθεί ο ίδιος με προσωπική του ευθύνη προς τον γεν. διοικητή του νομού Τζεμάλ Αζμή Βέη.  Ταυτόχρονα όμως έσπευσε να συνεννοηθεί και με τα ελληνικά κέντρα των γειτονικών επαρχιών Ροδοπόλεως και Χαλδίας και να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα. Η ενέργεια αυτή ετελεσφόρησε και επήλθε σχετική ησυχία των Ελλήνων. Έτσι πάντα με τις ενέργειες του Χρυσάνθου μετριάζονταν οι πιέσεις κατά των χριστιανών.

Κατά την διετή ρωσική κατοχή της Τραπεζούντας η δράση του επεκτάθηκε και στην κοινωνική πρόνοια χωρίς διάκριση φυλής ή θρησκείας. Υπό την καθοδήγησή του η Φιλόπτωχος Αδελφότητα Τραπεζούντας περιέθαλψε δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες, Έλληνες, Αρμένιους και Τούρκους, χάρη στη γενναία δωρεά την Ποντίων που ζούσαν στην Ρωσία και των εκατοντάδων χιλιάδων ρουβλίων της ρωσικής κυβέρνησης. Αντίθετα στις περιοχές του Πόντου εκτός των ορίων της ρωσοκρατούμενης περιφέρειας, η τουρκική κυβέρνηση εκτελούσε μέγα κακούργημα με την εκρίζωση του Ποντιακού Ελληνισμού. Όταν πάλι η περιφέρεια της Τραπεζούντας πέρασε στη διοίκηση της τουρκικής κυβέρνησης, ο διοικητής της τρίτης στρατιάς της οθωμανικής αυτοκρατορίας γράφει επιστολή στην ελληνική την οποία υπογράφει ιδιοχείρως : «Σεβασμιώτατε, είναι ημίν τελείως αλησμόνητος η όλως πατρική και πρόφρων μέριμνα και προστασία της Υμετέρας Σεβασμιότητος απέναντι του Οθωμανικού στοιχείου κατά την αποχώρησιν των αυτοκρατορικών στρατευμάτων και είσοδον των Ρωσικών εις Τραπεζούντα.....»

Τον Οκτώβριο του 1918 έγινε ανακωχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και οι Έλληνες του Πόντου νόμισαν ότι θα πραγματοποιηθούν οι υποσχέσεις των Συμμάχων και οι προκηρύξεις του Αμερικανού προέδρου Wilson περί αυτοδιαθέσεως των λαών. Έτσι στην αρχή του 1919  ο εθνάρχης μετέβη στο Παρίσι, στην διάσκεψη της ειρήνης, προκειμένου να ενεργήσει για την εκπλήρωση των εθνικών πόθων του υπόδουλου γένους. Ο Χρύσανθος υπέβαλε υπόμνημα, όπου προσπαθούσε να πιστοποιήσει την ελληνικότητα του Πόντου και την σύμπνοια και πρόθυμη συνεργασία του Ελληνικού και Μουσουλμανικού πληθυσμού. Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη προσπάθησε να πραγματοποιήσει όλα έλεγε το υπόμνημα και συνεργάστηκε με έγκριτους Τούρκους και Ποντίους περί αυτονομίας του Πόντου με ισοπολιτεία Ελλήνων και Τούρκων. Τότε τέθηκαν οι πρώτες βάσεις αυτής της αυτόνομης ισοπολιτείας.

Το Δεκέμβριο του 1919 ο Χρύσανθος, και αφού είχε επιστρέψει στην Τραεζούντα, μετέβη στην Τιφλίδα πρωτεύουσα της Γεωργίας, όπου εργάστηκε για την επανασύσταση της αυτοκέφαλης ορθόδοξης εκκλησίας της χώρας. Από εκεί μετέβη στο Εριβάν, πρωτεύουσα της νεοσύστατης Αρμένικης δημοκρατίας, όπου διαπραγματεύθηκε τη σύσταση Ποντοαρμενικής Ομοσπονδίας με την Αρμενική κυβέρνηση. Αφού καθορίστηκαν οι βάσεις συνεργασίας, πολιτικής και στρατιωτικής, έγινε η συμφωνία τον Ιανουάριο 1920 στο Παρίσι μεταξύ της Ελληνικής και Αρμένικης αποστολής. Αλλά αυτοί οι οραματισμοί διαλύθηκαν ως όνειρα υπό την επανάσταση του Μουσταφά Κεμάλ, τον οποίο βοήθησαν οι Σύμμαχοι για να επικρατήσει στην Ανατολή. Και ο Ελληνισμός του Πόντου αναγκάστηκε να συμπτυχθεί αριθμητικώς και γεωγραφικώς. Εκριζώθηκε από την γεννέθλια γη του. Ο ίδιος εκτεθειμένος στην οργή των Κεμαλικών Τούρκων για τις πολιτικές του ενέργειες, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, που διατελούσε υπό συμμαχική κατοχή,  για ασφάλεια. Κατά το χρόνο της εκεί παραμονής του καταδικάστηκε σε θάνατο στις 20 Σεπτεμβρίου 1921 από το διαβόητο δικαστήριο της ανεξαρτησίας, το οποίο με ίδια απόφαση έστειλε με μια μονοκονδυλιά στην κρεμάλα 69 προκρίτους Έλληνες κυρίως από την Αμισό. Το δικαστήριο αυτό συστήθηκε από τον Κεμάλ στην Αμάσεια για να προβεί σε δικαστικές δολοφονίες με το πρόσχημα της προδοσίας.

Ο Χρύσανθος ήλθε στην Αθήνα το 1922 και το 1926 ορίστηκε αποκρισάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το 1927 εστάλη στην Αλβανία για να τακτοποιήσει την ανώμαλη κατάσταση που επικρατούσε από χρόνια στην εκεί ορθόδοξη Ελληνική εκκλησία. Ανέλαβε επίσης 3 αποστολές στο Άγιο Όρος και μία στη Δαμασκό για επίλυση εκκλησιαστικών ζητημάτων.

Το Δεκέμβριο του 1938 εκλέχτηκε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Όταν τον Απρίλιο του 1941 οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα και τον κάλεσαν να μετάσχει επίσημα ως πρόεδρος επιτροπής για την παράδοση της πόλης των Αθηνών στους Γερμανούς, ο ίδιος είπε «ο Αρχιεπίσκοπος δεν δέχεται να μετέχη εις επιτροπήν δια την παράδοσιν της πόλεως εις τον εχθρόν, έργον του Αρχιεπισκόπου είναι όχι να υποδουλώνη, αλλά να ελευθερώνη». Όταν υπεδείχθη ότι διακινδυνεύει τη θέση του με την άκαμπτη στάση του, εκείνος απάντησε απτόητος «όχι μόνον τον θρόνον αλλά και την ζωήν είμαι έτοιμος να θυσιάσω δια το καθήκον μου». Έτσι ο Χρύσανθος εκθρονίστηκε στις 2 Ιουλίου 1941, οπότε και αποσύρθηκε στο σπιτάκι του στην Κυψέλη, οδός Σουμελά. Εκεί έμεινε εγκάθειρκτος σε όλη τη διάρκεια της κατοχής και ζούσε με στερήσεις και πάμφτωχος, συντηρούμενος από τη γενναιοδωρία των φίλων. Αλλά και μετά την απελευθέρωση, πράος εξ ιδιοσυγκρασίας, παρέμεινε σε πλήρη αφάνεια. Δεν επεδίωξε να επανέλθει στον θρόνο για να μην δημιουργηθούν εσωτερικές ανωμαλίες σε καιρούς χαλεπούς για το έθνος. Αρκέστηκε απλώς να υποβάλει και τυπική παραίτηση από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στο ερημητήριό του της οδού Σουμελά μέχρι το θάνατό του (28 Σεπτεμβρίου 1949). Δύο μέρες πριν το επισκέφτηκαν η Α.Μ. η βασίλισσα μαζί με την πριγκίπισσα Ελένη του Νικολάου για να του απονείμουν τον μεγαλόσταυρο του Σωτήρος.

Όσο για την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, όταν του ανακοίνωσαν την σκέψη ιδρύσεώς της, εκείνος επεκρότησε ενθουσιασμένος και δέχτηκε πρόθυμα την προεδρία λέγοντας «έχω συνδέσει το όνομά μου με την Τραπεζούντα, εφόσον λέγομαι Μητροπολίτης Τραπεζούντος, και δεν δύναμαι ν΄ αρνηθώ τας υπηρεσίας μου εις ό,τι αφορά τον Ποντιακόν Ελληνισμόν». Έτσι συστάθηκε η Επιτροπή, η οποία άρχισε αμέσως την έκδοση του δικού της περιοδικού, του «Αρχείου Πόντου». Αυτό υπήρξε, αν όχι το μόνο, από τα σπουδαιότερα ελατήρια που τον παρότρυναν στη συγγραφή του μεγάλου έργου του «Εκκλησία Τραπεζούντος», το οποίο αποτελεί και τον 4ο-5ο τόμο του «Αρχείου Πόντου». Για το σπουδαιότατο αυτό έργο του βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών και το χρηματικό έπαθλο το προσφέρει στο «Αρχείον Πόντου». Η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τον ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα και η Ακαδημία Αθηνών τον εξέλεξε Ακαδημαϊκό.

Ο από Τραπεζούντος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος έμεινε στην αιωνιότητα ως παράδειγμα άριστου ανθρώπου, πατριώτη, βαθυστόχαστου επιστήμονα και μεγάλου αρχιερέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: