Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

στην Πόντια γιαγιά

➤ οφειλόμενη τιμή στην Πόντια γιαγιά

1η δημοσίευση 1.1.2015

Κάποτε, σε μια συνάντηση φίλων, έγινε κουβέντα για το ποιος ή ποιοι Πόντιοι ήταν αυτοί που συντήρησαν, που κράτησαν την Ποντιακή ιδέα, την αγάπη για την πατρίδα, τα τραγούδια μας, τους χορούς μας, τον πολιτισμό μας και έτσι μεταλαμπάδευσαν σε μας αυτήν την αγάπη.

Οι καλλιτέχνες όπως ήταν φυσικό υποστήριξαν τους κεμεντζετζίδες, τους τραγωδάνους. Άλλοι τους λόγιους. Οι θεατράνθρωποι, τους δικούς τους. Εμείς υποστηρίξαμε κάτι που δεν το περίμενε κανείς. Ότι η ψυχή αυτής της αγάπης για κάθε τι Ποντιακό ήταν η γιαγιά μας, η γιαγιά του καθενός από μας.


Τυχερός ο υποφαινόμενος που τον μεγάλωσε κυρίως η Φάτσαλουσα γιαγιά του καθώς και η Σαμψούντια. Δεν θα ξεχάσω την πρώτη. Ποτέ μα ποτέ δεν αισθάνθηκε ως πατρίδα την Ελλάδα. Κάθε που έλεγε "εμείς σην πατρίδαν" εννοούσε τον Πόντο, την Φάτσα, την γεϊλέ (*). Άπειρες οι ιστορίες της, οι θύμισες της, τα γνωμικά της. Αυτές μας μεγάλωσαν, μας νανούρισαν με ποντιακούς σκοπούς, μας μεταλαμπάδευσαν την αγάπη για το εκεί …


Ο οργανωμένος Πόντος χρωστάει ένα μεγαλοπρεπές άγαλμα στην πόντια γιαγιά. Έχουμε "καλύψει" καπετάνιους, μαχητές, λόγιους, παπάδες, μεγαλο-παράγοντες, Ποντιο-πατέρες. Ξεχάσαμε την ψυχή του Πόντου. Την γιαγιά μας.


Τα παραπάνω ας είναι ένα μνημόσυνο για την Φάτσαλουσα γιαγιά μου Αναστασία Κουγιουμτζή το γένος Παντελίδη και την Σαμψούντια, μάνα την λέγαμε, Παρασκευή Παπαδοπούλου το γένος Ιωαννίδη. Το χωριό της δεύτερης ήταν το Κογιουμτζάντων, στους πρόποδες του Αγιού Τεπέ. Αντάρτισσα και αυτή, ακολουθώντας τ’ αδέλφια της στο βουνό. Σ΄ένα βιβλίο που ξεκινήσαμε αλλά ποτέ δεν τελειώσαμε, ή αφιέρωση ήταν :


σ΄αυτούς,
που δεν είχαν τόπο
ν΄ανάψουν ένα κερί
(ήταν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας, που στα χωριά που εγκαταστάθηκαν, δεν πήγαιναν όπως ο άλλος κόσμος στο κοιμητήριο γιατί δεν είχαν κανέναν ...)

(*) περιοχή εξοχής, όμοιο με το Τσάμπαση.


η Φάτσαλουσα (καθιστή)
μαζί με τον αδελφό της Ιωάννη Παντελίδη
και την γυναίκα του Χριστίνα
η Σαμψούντια, σο τίζεμα ...

➤ ένα από τα μηνύματα που λάβαμε ήταν από τον κ. Διαμαντή Λαζαρίδη

ο κ. Διαμαντής Λαζαρίδης έγραψε στις 23.9.2015

Μάρτιος 1941. Όλα τα χωριά, εκείθεν του Νέστου ποταμού προς τα βουλγαρικά σύνορα, εντολή να εκκενωθούν, εν όψει Γερμανικής επιθέσεως εκ του Βουλγαρικού εδάφους. Εμάς του Σιδηρονέρου μας κατέβασαν στη Ραβίκα (Καλλίφυτο). Εγώ με τον αδελφό μου αναλάβαμε να μεταφέρουμε πεζή, τις αγελάδες (καμιά δεκαριά κεφάλια). Νυχτώσαμε στο "τσάι της Ραβίκας" κάτω από σφοδρή χιονοθύελλα, βρεγμένου ως το κόκαλο ... Τα χαράματα κίνησα να πάω στο χωριό (Ραβίκα) να δω πού πήγαν οι δικοί μας που είχαν κατεβεί με στρατιωτικά αυτοκίνητα. Στη Ραβίκα για πρώτη φορά πήγαινα.

Πού να πάω; Ποιόν να ρωτήσω; ... Θυμήθηκα πως ο πατέρας μου μας μιλούσε για κάποια, συγγενική οικογένεια από τη Φάτσα "τη Κοϊμτζή" Ρωτώντας έφτασα στο σπίτι. Βρήκα τη θεία Αναστασία "την Κοϊμτζάβα".Της είπα ποιος είμαι ... έβαλε τα κλάματα βλέποντας και τα χάλια μου ... Με πήρε μέσα ... με έδωσε κάλτσες, ... ρούχα ... ζέστανε νερό ... να πλυθώ μου έδωσε να φάω ...

Δεν θα την ξεχάσω ποτέ τη θεία 'Ναστασία την "Κοϊμτζάβα" ... τη γιαγιά σου ξάδελφε Χρόνη !

Δεν υπάρχουν σχόλια: