Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

αφιέρωμα στην Κρώμνη - 3ο μέρος

3ο μέρος του αφιερώματος
    • πρώτο μέρος εδώ
    • δεύτερο μέρος εδώ
πρώτη δημοσίευση στις 15.2.2015

η φωτογραφία είναι από το Google Earth - Panoramio

➤ τραγούδι
Η Κρώμνη ήταν το λίκνον των ποντιακών τραγουδιών. Κυρίως οι Κρωμναίοι συνέθεταν δίστιχα, αλλά και άλλοι, αν συνέθεταν, στην Κρώμνη έπρεπε να τα διαφημίσουν και να τα λανσάρουν. Κατά το τρίμηνον του καλοκαιριού γινόταν,έκθεση όλων των καινιούργιων σκοπών και τραγουδιών.


Τα Ποντιακά δίστιχα παντού στον Πόντον, τουλάχιστον στην περιοχή Τραπεζούντος και μάλιστα σε μεγάλη ακτίνα τα έλεγαν «Κρωμέτκα τραγωδίας» και ας είχαν ίσως γραφτεί κι ας είχαν τονισθεί αλλού. Αλλά και εδώ στην Ελλάδα αρχικώς τα Ποντιακά τραγούδια διαφημίζονταν στο ραδιόφωνον ως «Κρωμέτκα τραγωδίας», αργότερα όμως εκεντήθη ο εγωισμός των άλλων Ποντίων και εζήτησαν να διαφημίζονται και σαν δικά τους τραγούδια. Άλλωστε, αφού εξέλιπαν το περιβάλλον της Κρώμνης, ο ορίζοντας της Κρώμνης, τα φαγοπότια της Κρώμνης, ο ουρανός, το κλίμα, όλα όσα εχαρακτήριζαν την Κρώμνην του Πόντου, επόμενον ήταν να ατονήσει και ο χαρακτηρισμός των Ποντιακών τραγουδιών ως Κρωμέτκα. Πάντως κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως μόνον στα βουνά της Κρώμνης αντηχούσαν τόσον έντονα και τόσον εντυπωσιακά τα ποντιακά τραγούδια.
    Ο αείμνηστος Φίλων Κτενίδης, τέκνον της χιλιοτραγουδημένης Κρώμνης, στην «Καμπάνα του Πόντου» χαρακτηρίζει την Κρώμνην «τη χαράς το πουλίν» (η φράση είναι: «τη χαράς το κλαδίν τη τραγωδί η μάνα»). Και ήταν πράγματι η Κρώμνη η μάνα του τραγουδιού, που κανείς Πόντιος δεν μπορεί να το αμφισβητήσει.
    «Οι Κρωμέτ οι τραγωδεάντ» και οι Κρωμέτ οι κεμεντσετσήδες», έλεγαν όλοι είναι οι καλύτεροι της περιφερείας. Και αν σε άλλο χωριό Θα παρουσιαζόταν καλός τραγωδιάνος και καλός κεμεντσετζής στην Κρώμνη Θα κατέληγε, στην Κρώμνη Θα πήγαινε το καλοκαίρι, γιατί εκεί Θα εύρισκε έδαφος προβολής και διαφημήσεως.
    Κανένας άλλος τόπος, κανένα άλλο χωριό δεν είχε το κλίμα, δεν είχε το περιβάλλον της ευθυμίας, της χαράς, του τραγουδιού και του γλεντιού όπως η Κρώμνη, που σαν μια αετοφωλιά στους ψηλούς βράχους των πανύψηλων βουνών του Πόντου ενέκλειε το πνεύμα της ελευθερίας και της εθνικής εξάρσεως.
    Ο ανωτέρω μνημονευθείς Φίλων Κτενίδης αναδημοσιεύοντας στην Ποντιακή Εστία, τεύχος 4Οον, την ιστορία της Κρώμνης του Α.Ι. Παρχαρίδη, (ο Α.Ι. Παρχαρίδης, ήτο γιος του Ιωάννη Παρχαρίδη, γυμνασιάρχου, τέκνου της Κρώμνης), σαν πρόλογο και σαν εισήγηση, ιδού τι γράφει για την Κρώμνη.


"ε μαύρον Κρώμ, σα ρασία'ς π'εγεννέθεν και ετράνηνεν, σα χώματα'ς όνταν θάφκεται, τον Παράδεισον ντο να'εφτάει".
                                                
Μέσα σ’ αυτή την αποστροφή του Μήτου προς το χωριό του, στο έργον «Ξενητέας», περικλείεται όλη η αγάπη, όλη η λατρεία κι όλη η υπερηφάνεια που είχαν οι Κρωμναίoι για τον τόπο τους.
Κακόμοιρη Κρώμνη! Εκείνος που γεννήθηκε και μεγάλωσε στα βουνά σου τί τον Θέλει τον Παράδεισο, αν έχει την τύχη να τον θάψουν στο χώμα σου! Όνειρο και ευχή. Να γεννηθεί στην Κρώμνη, να περάσει στα βουνά της τη ζωή του και να ταφεί στο χώμα της!
Μια αγάπη απέραντη, σαν τον ατέλειωτον ορίζοντα του χωριού του, βαθιά σαν τις χαράδρες του, μεγάλη σαν το ύψος των βουνών του, πολύμορφη και πολυσύνθετη σαν τα πολύχρωμα αγριολούλουδα των κάμπων του, γλυκιά σαν τον αγέρα των λαγκαδιών του και ξεκάθαρη σαν τον ουρανό του, γέμιζε την ψυχή του ξένοιαστου, του απλού, του φτωχού και περήφανου κατοίκου, του γραφικού στην απλότητα των γραμμών και του κυματισμού των γηλόφων και του κελαρύσματος των νερών, του πολυτραγουδημένου εκείνου χωριού που το ‘λεγαν Κρώμνη.
    Το χωριό αυτό, αν έγινε ξακουστό, αυτό το χρωστά στην αγάπη όχι μόνον των κατοίκων του, μα και στην αγάπη όλου του Πόντου, όλων των Ποντίων που γνώρισαν, που έζησαν, έστω και για λίγες μέρες κάτω από τον πάντα ασυννέφιαστο ουρανό του.
Και δεν ήταν μόνο το έξοχο κλίμα του και τα κρύα νερά του, και τα πρόσχαρα και ολόφωτα τοπία του, και το τραγούδι του και τα γλεντοκοπήματά του που το ’καναν τόσο αγαπητό σ’ ολόκληρο τον Πόντο. Ήταν και κάτι άλλο πιο πνευματικό, πιο ψυχικό.
    Ήταν ο αγέρας της ελευθερίας» που ανέπνεε κανείς σ’ εκείνην την απόμερη αετοφωλιά. Ήταν από τα ολίγα, τα απόλυτα Ελληνικά, χωρίς ίχνος Τούρκου, χωριό. Άφοβα, ξένοιαστα, άνοιγε η ψυχή και το στόμα του Ρωμηού στον ελεύθερό του αέρα. Οι Τούρκοι ειρωνικά τ’ ονόμαζαν «Κιουτζιούκ Γουνανιστάν», Μικρή Ελλάδα.
    Και πράγματι ήταν ένα κομμάτι από την ελεύθερη Ελλάδα, που ο Θεός του έθνους ξεμονιάχιασε εκεί πάνω στα βουνά του Παρυάδρη, στο βάθος του Πόντου, για να δοκιμάσουν παροδικά κάποτε την γλύκα της ελληνικής ελευθεριάς και τα σκλαβωμένα παιδιά του, όσα είχαν την τύχη να το επισκεφθούν. Και είναι γεγονός ότι δεν υπήρξε άλλο χωριό στον Πόντο, που να γνώρισε τόσους Ποντίους απ’ όλες τις Περιφέρειες, όσο η Κρώμνη, παρ’ όλες τις αποστάσεις και τις δυσκολίες της συγκοινωνίας.
    Όπως, σαν ξεκινούσε ο Πόντιος για τα Ιεροσόλυμα ήξερε πως πάει για προσευχή και για προσκύνημα, έτσι ξεκινώντας για την Κρώμνη, ήξερε πως πάει για τον τόπο της ξενοιασιάς του γλεντιού του τραγουδιού και της χαράς.
Και δεν είχε άδικο. Και κανένας ποτέ δεν γελάστηκε σ’ αυτή του τη μεγάλη προσδοκία.  Ίσως γι αυτό, οι κάτοικοι του χωριού εκείνου να είναι σήμερα οι πιο πικραμένοι Έλληνες από εκείνους που έχουν χάσει τον τόπο τους. Γιατί αυτοί μαζί με τον τόπο, έχασαν και τη χαρά την πραγματική της ζωής, που είχε πατρίδα την πατρίδα των.
 

το θλιβερό ξερίζωμα
Η περίοδος 1914-1924 είναι γεμάτη από γεγονότα θλιβερά, απαίσια, τραγικά. Η επιστράτευση, ο οικονομικός μαρασμός, η δυστυχία, η πείνα, οι καταπιέσεις, οι διωγμοί, η σφαγή των Αρμενίων, η συστηματική εξόντωση χιλιάδων συνανθρώπων είναι τα γνωρίσματα της περιόδου αυτής, είναι ο χαρακτηρισμός της. Αιτιάματα κατά του δυνάστου, που είναι κυρίαρχος του τόπου, όπου λαμβάνουν χώρα. Και όμως ο τόπος αυτός είναι πατρίδα σου. Και η πατρίδα πάντα σου φαίνεται ωραία.
    Δυο χώρες με απόλυτες αντιθέσεις στα φυσικά τους γνωρίσματα είναι εξίσου λατρευτές σε κείνους, που τις έχουν πατρίδα. Η Κρώμνη, με τους ολοκάθαρους ουρανούς και τις βαθειές χαράδρες, γίνεται αγαπητή στους κατοίκους και υμνείται και η Ματσούκα, τυλιγμένη μέσα στην ομίχλη και τριγυρισμένη με πυκνά δάση συγκινεί τον Ματσουκάτεν και δονεί την ψυχή του από ενθουσιασμό και υπερηφάνεια με τις ομορφιές της πατρίδος του.
   Κι όταν αντιξοότητες γεννούν πίκρες και βάσανα, πάλιν γλυκειά είναι η πατρίδα κι αν είναι της μοίρας να την αφήνουν για πάντα, γεννάται στην ψυχή ο πόνος και ο μαρασμός και σφίγγει η νοσταλγία, που σε κάνει αδιάφορο μπρος σ’ όλα τα καλά του άλλου κόσμου. Δεν μιλάμε για την σημερινή εποχή, όπου κυριαρχεί ο υλισμός και δεν υπάρχουν τα ιδανικά με τα οποία εγαλουχήθηκαν και εμεγάλωσαν άλλες γεννεές. Μιλάμε για την εποχή εκείνη, που εκυριαρχούσαν τα αγνά ιδανικά, όπου ο άνθρωπος το πίστευε και το ένοιωθε ότι «πατρός τε και μητρός... τιμιότερον και αγιότερον η πατρίς»
    Όσο και αν το πήραν οι Κρωμναίοι σαν τετελεσμένο γεγονός ότι αποχωρίζονται οριστικά την πατρίδα και περίμεναν την ημέρα της αναχωρήσεως, ζούσαν με την ευχή της απομακρύνσεως κατά το δυνατόν της ημέρας αυτής. Και πίστευαν ότι Θα ζούσαν στη πατρίδα τους ως την άνοιξη. Όλως όμως απρόοπτα την ημέρα των Θεοφανείων, αργά το βράδυ, ήρθε η είδηση πως μέσα σε δέκα πέντε μέρες Θα φύγουν όλοι οι Ρωμηοί για την Τραπεζούντα.
   Ένα απόσπασμα τζανταρμάδων έφθασε στην Κρώμνη. Ο επικεφαλής του αποσπάσματος, τσαούσης, ένας φανατικός και άγριος Τούρκος, είχε όλην την πρωτοβουλία για την εκτέλεση της διαταγής. Η παρουσία του Μουτήρη της Κρώμνης τον άφησε εντελώς αδιάφορο. Αυτός διέταξε κι αυτός εκτελούσε. Απαιτούσε την αυστηρή εφαρμογή της διαταγής μέσα στα χρονικά όρια που έταζε.
    Ούτε μια μέρα αναβολή. Καταστρωμένο σχέδιο της εκκενώσεως του χωριού μέσα στην καρδιά του χειμώνα, για να δυσχεραίνεται η μεταφορά των αποσκευών και των αγελάδων και να γίνουν αυτά βορά των καραδοκούντων Τούρκων. Και για να επισπευθεί η αναχώρηση των εκδιωμένων κατέφθασαν στην Κρώμνη και την Ίμερα πολλοί Τούρκοι αγωγιάτες για τη μεταφορά. Οι Ιμεραίoι το πήραν απόφαση και δεν εχρονοτρίβησαν. Στο διάστημα των οκτώ ημερών ετοιμάστηκαν και την 1η Ιανουαρίου του 1924 η Ίμερα εξεκενώθη.   Οι κάτοικοι αποχαιρέτησαν την πατρίδα τους, την νοικοκυρεμένη Ίμερα, με τις στολισμένες εκκλησίες, άφησαν φρουρό τον Αγιάννην. Το μοναστήρι, και μέσω Πέντε Εκκλησιών - Άρδασας - Ζύγανας - Χαμψί-Κιοi - Τζεβιζλίκ έφθασαν στην Τραπεζούντα, όπου στεγάστηκαν προσωρινά, άλλοι στο Μετόχι κι άλλοι σε σπίτια.
    Οι Κρωμναίoι επίστευαν ότι, παρά την άρνηση του αποσπασματάρχη, αν ενεργούσαν, ήτο δυνατόν να παραμείνουν ως την άνοιξη και να φύγουν τότε μέσω Λαραχανής, για να αποκομίσουν όσο το δυνατόν περισσότερες αποσκευές και κυρίως να μεταφέρουν τις αγελάδες των, που πάντοτε στα δύσκολα αυτά τελευταία χρόνια υπήρξαν η σωτηρία τους.
    Ανεχώρησε αμέσως ο Αχιλλεύς Φιρτινίδης στην Άρδασα. Και κατόρθωσε μεν να αποσπάσει διαταγή από τον καϊμακάμη για να ανασταλεί η αναχώρηση και ο αποσπασμαρτάρχης με θυμούς και βρισιές ανεχώρησε αμέσως, αλλ’ ύστερα από λίγες μέρες ήρθε νέα διαταγή αμέσου αναχωρήσεως των Κρωμναίων. Οι ίδιοι οι αγωγιάτες που μετέφεραν τους Ιμεραίους και άλλοι ακόμη κατέφθασαν.
Τώρα και οι Κρωμναίοι το πήραν απόφαση. Δεν Πρόκειται πια να παρακαλέσουν. Θα φύγουν. Και ετοιμάζονται χωρίς χρονοτριβή.
    Την 3Ιην Ιανουαρίου ο γράφων κατέβηκε στις Πέντε Εκκλησίες, σ’ έναν Τούρκον, φίλον του θείου του, του Αχιλ. Φιρτινίδη, για να ετοιμάσει κατάλυμα, για την οικογένειά τους. Επέστρεψε προς τα ξημερώματα πάλι προς την Κρώμνη, όπου πρόλαβε κοντά στα Ζεμπερέκια όλο το καραβάνι του χωριού, που έφευγαν οριστικά από την Κρώμνην και που την άφηναν για πάντα και δεν Θα την ξανάβλεπαν. Πίσω από όλους, τελευταίος ερχόταν ο Αχιλλεύς Φιρτινίδης. Ο γράφων στάθηκε μαζί του για λίγα λεπτά, ενώ το καραβάνι συνέχιζε τον δρόμο, έριξε για τελευταία φορά τη ματιά του στα κάτασπρα βουνά της Κρώμνης, ατένισε τον καταγάλανο ουρανό, έστειλε τον τελευταίο χαιρετισμό στο χωριό και αμίλητος ακολούθησε τους συγχωριανούς, που άφηναν τις προγονικές εστίες με την απόφαση και την ελπίδα να φθάσουν στη μεγάλη Πατρίδα, να δημιουργήσουν καινούργιες εστίες και να ζήσουν ελεύθεροι, χωρίς άγχος, χωρίς φόβους και καρδιοκτύπια.
    Η Κρώμνη έσβησε, δεν υπάρχει πια. Εκεί που επί πολλές εκατονταετηρίδες σφριγούσε η ζωή, τώρα απλώθηκε απέραντη ερημιά και σιωπή. Και μόνον όταν Θα περνούν από κει διαβάτες για πολλά χρόνια Θα θυμούνται πως εκεί κάποτε ανθούσε ένα χωριό, που ήτο ξακουστό σε όλον τον Πόντον σε Ρωμιούς και Τούρκους και που ζούσε με τόση ελευθερία, ώστε κατέκτησε τον κατακτητή και οι Τούρκοι του χάρισαν την επωνυμίαν «Κιουτσούκ Τιουνανιστάν».
 

οι τελευταίοι κάτοικοι της Κρώμνης
Η αραίωση του πληθυσμού ήταν γενική για όλη την Κρώμνη και εξακολουθούσε να συνεχίζεται και μετά το 1917.
Την εποχή της ανταλλαγής, σε όλην την Κρώμνην δεν απέμειναν ούτε εκατό οικογένειες. Και είναι οι οικογένειες που ένοιωσαν πιο έντονα τον πόνο του χωρισμού της χαμένης πατρίδας. Αυτές είδαν τα συντρίμμια της καταστροφής των εστιών, που δημιούργησαν γενεές γενεών επί πολλές εκατονταετηρίδες. Είναι αυτές που με σπαραγμό στην καρδιά αποχαιρέτησαν για τελευταία φορά τα βουνά και τα λαγκάδια, τον καταγάλανο ουρανό και τα χιονισμένα εκείνην την εποχή χωράφια, είναι αυτές που έχυσαν το ζεστό τους δάκρυ πάνω στους τάφους των προγόνων τους, που εφίλησαν το κατώφλι του σπιτιού τους που σταυρακοπήθηκαν στο τελευταίο αντίκρυσμα των ερημωθεισών εκκλησιών, είναι αυτές που πήραν τον πόνο του χωρισμού και τον έφεραν μαζί τους, για να μένει ανίατη νοσταλγία στις ψυχές και να τις συνοδέψει ως την τελευταία πνοή τους.
    Στην Τραπεζούντα βρήκαν λίγες ακόμη οικογένειες Κρωμναίων, στις οποίες μετέφεραν τον σπαρακτικό χαιρετισμό της χαμένης πατρίδος και μετέδωκαν την θλίψη και οδύνη του παντοτεινού αποχαιρετισμού.
    Στην Τραπεζούντα συστήθηκε προσωρινά Επιτροπή Ανταλλαγής.  Έργον της επιτροπής αυτής ήταν να καταγράψει σε καταστάσεις κατά χωριά και κατά κατηγορίας (ά,΄β και ΄γ) ανάλογα με την οικονομική αντοχή όλους τους Έλληνες, που εγκατέλειψαν τις εστίες των και συγκεντρώθηκαν στην Τραπεζούντα, για να αναχωρήσουν από εκεί για την οριστική τους εγκατάσταση στην Ελλάδα. Έτσι η επιτροπή προετοίμαζε το έργο του Υπουργείου Προνοίας της Ελλάδας, που απέστειλε πλοία προς παραλαβή των προσφύγων. Στις καταστάσεις αυτές της επιτροπής μόλις 110 οικογένειες Κρωμναίων καταγράφηκαν, αυτές που κατέβηκαν από την Κρώμνη και σε άλλες που βρίσκονταν στην Τραπεζούντα. Όλοι οι λοιποί Κρωμναίοι κατήλθαν στην Ελλάδα κατ’ ευθείαν από την Ρωσία, όπου είχαν καταφύγει καθ’ όλον το διάστημα από το 1878, ακολούθως από το 1900 και προ πάντων από το 1917. Στην Ελλάδα οι Κρωμναίοι σε κανένα μέρος δεν εσχημάτισαν αμιγή Κρωμναίον «Κρωμέτκον» συνοικισμόν, αλλά διεσπάρησαν παντού, περισσότερον από κάθε άλλο χωριό του Πόντου. Μονάχα στην Καλαμαριά εγκατεστάθηκαν αρκετές οικογένειες Κρωμναίων, γι’ αυτό και στην Καλαμαριά διεσώθηκαν ως τώρα ήθη και έθιμα της Πατρίδος. Και μόνον αυτού στις εκδηλώσεις της ζωής νοιώθεις ατμόσφαιρα καθαρώς Κρωμέτικη. Και στη Δράμα ιδρύθηκε ωραία κηπούπολη με το όνομα «Νέα Κρώμνη» αλλά λίγες οικογένειες Κρωμναίων εγκατεστάθηκαν εκεί.
 

Κρώμνη
Αυτή ήταν η Κρώμνη με τις εννέα ενορίες της και τους συνοικισμούς της, το χιλιοτραγουδημένο χωριό του Πόντου, που ξεχώριζε απ’ όλα τα άλλα χωριά, όχι μόνο για το υπέροχο κλίμα του με τα κρύα νερά του, τον καταγάλανο ουρανό, που μάγευε εκείνον που ήξερε να τον παρατηρεί, με τα θαυμαστά τοπία του, που έκαναν τον επισκέπτη να περιπίπτει από θαυμασμό σε έκταση, αλλά και για τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα, που ίσως μόνο αυτό το χωριό παρουσίαζε. Να είναι δηλαδή η ζωή μια συνεχής απόλαυση, ένα παντοτεινό γλέντι, γιατί όσο κι’ αν ο Τούρκος εξουσίαζε τον τόπον, η σκλαβιά ήταν ανύπαρκτη κι’ ένας μυρωμένος αέρας εθνικής Ελευθεριάς εδρόσιζε και ζωογονούσε πάντα που ήθελε να περάσει αμέριμνα ένα καλοκαίρι στον τόπο εκείνο, όπου ο κατακτητής άθελά του ένοιωθε επάνω του την άσκηση μιας μαγικής δυνάμεως, για την αφαίρεση της εξουσίας και ένοιωθε ακόμη την ενσυνείδητη παρά την επιθυμία του παραχώρηση ελευθερίας, εθνικής Ελληνικής Ελευθερίας στους ανθρώπους, που από σκλάβοι γίνονταν εξουσιαστές της επιΘυμίας των. Ένοιωθαν οι Τούρκοι πως άλλος αγέρας φυσούσε στα βουνά της Κρώμνης, άλλο πνεύμα επικρατεί, άλλη ζωή υπάρχει, ζωή αδούλωτη και υπερήφανη. Και αναγκάζονταν χωρίς να θέλουν να απομακρύνουν από μέσα τους την σκέψη, να ονομάζουν το μέρος, όπου αδελφωμένοι με τους Ρωμιούς, τους Γκιαούρηδες διασκέδαζαν «Κουτζιούκ Τιουνανιστάν», δηλ. Μικρή Ελλάδα.
    Οι Ρωμιοί της Κρώμνης, που προ του Χάττι-χουμαγιούν, σαν Τούρκοι, κρυφοί Χριστιανοί εξουσίαζαν όλη την περιοχή και μετά το διάταγμα αυτό, πρώτοι είχαν την τόλμη να ομολογήσουν τον αληθινό τους Εθνισμό και την αληθινή τους Θρησκεία, δεν έχασαν τον αγέρωχο και υπερήφανο χαρακτήρα τους, αλλ’ εξακολούθησαν να τον διατηρήσουν και σαν Ρωμιοί και να ασκούν επιρροή σ’ εκείνους, που είχαν το δικαίωμα της ασκήσεως εξουσίας. Μέσα στη πρώτη δεκαετία του 2Οου αιώνα η Κρώμνη μόνον τυπικά αποτελούσε εξάρτημα του Τουρκικού Κράτους. Ουσιαστικά ήταν ένα κομμάτι της Ελεύθερης Ελλάδος, αποκομμένο και απονομωμένο μέσα στα άγρια εκείνα βουνά του Πόντου, όπου κάθε εκδήλωση της ζωής ήταν Ελληνική. Ούτε ένας Τούρκος κάτοικος της Κρώμνης. Οι γυναίκες και τα παιδιά μόνον την Ελληνοποντιακή γλώσσα μιλούσαν και Τουρκικά όχι μόνον δεν ήξεραν, αλλά και θεωρούσαν την εκμάΘησή τους Εθνική προδοσία και μόνον, όταν ενηλικιώνοντο και έμπαιναν στη βιοπάλη της ζωής αναγκάζονταν να μάθουν τα Τουρκικά. Στα σχολεία επικρατούσε απόλυτα Ελληνικό πνεύμα και στα γλέντια και τις διασκεδάσεις αντηχούσαν τα τραγούδια της Ελληνικής Λεβεντιάς και του Παύλου Μελά.
    Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, όχι μόνον οι Κρωμναίοι, αλλά και οι παραθεριστές απόλαυαν την ελευθερία, που ονειρεύονταν. Ζούσαν κι’ αυτοί ένα καλοκαίρι ξένοιαστη ζωή, γι’ αυτό η Κρώμνη, και για το υπέροχο κλίμα της, ήταν το καλύτερο θέρετρον του Πόντου κι’ αν δεν μεσολαβούσαν τα δραματικά γεγονότα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που μετέβαλε σε συντρίμμια τα δημιουργήματα ολοκλήρων χιλιοετηρίδων, η Κρώμνη Θα γινόταν ονομαστό θέρετρον παγκοσμίου φήμης. Τώρα όλα αυτά είναι ερείπια, χαλάσματα φρικτά, που κάνουν το επισκέπτη να τα ατενίζει με θλίψη και οδύνη, αλλά και με δικαιολογημένη απορία, πως τέτοια μεγαλειώδης ζωή έσβησε και απλώθηκε τόση ερήμωση. Και είναι πραγματικά απέραντη η ερήμωση της Κρώμνης, όπως την μαρτυρούν φωτογραφίες του 1961, που κάνουν τις καρδιές εκείνων, που  έζησαν εκεί, να ραγίζουν από πόνο και νοσταλγία.


[το άρθρο είναι από την Αδελφότητα Κρωμναίων Καλαμαριάς]



συστήνουμε ανεπιφύλακτα το βιβλίο του Γεωργίου Π. Φιρτινίδη, Κρώμνη (εκδ. 1994 - σελίδες 542). Είναι έκδοση της Αδελφότητας Κρωμναίων Καλαμαριάς. Δεν πρέπει να λείπει από κανένα Κρωμέτα καθώς επίσης και από κανένα μελετητή της Ποντιακής ιστορίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: