Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

εφημερίδα Καθημερινή 19.4.2008

➤ 1η δημοσίευση 4.2.2015


1. "να έρθουν να τους παραδώσω το σπίτι"
➤ Παναγιώτης Σελβιαρίδης, Χορτοκόπι Καβάλας, Θεσσαλονίκη
"Ο υπέργηρος παππούς που καθόταν σε μια καρέκλα έξω απ’ το σπίτι σηκώθηκε και με κοίταξε μες στα μάτια. Με ρώτησε "ο Αναστάσης και ο Παναής ζουν; Αν ζουν, να έρθουν να τους παραδώσω το σπίτι
".
Εβδομήντα και πλέον χρόνια μετά την άτακτη φυγή των Ποντίων της Τραπεζούντας, ο γέρος Τούρκος θυμάται σαν σήμερα πώς έφυγαν και πώς του πρότειναν να μετακομίσει στο σπίτι τους για να μη ρημάξει. Απευθύνεται στον δισεγγονό του Παναή, τον Παναγιώτη Σελβιαρίδη, γεννημένο στο Χορτοκόπι Καβάλας, σήμερα αναπληρωτή καθηγητή Νευροχειρουργικής και διευθυντή της Νευροχειρουργικής Κλινικής του ΑΧΕΠΑ, που το 1989 και ξανά το 1994 σε δύο συναισθηματικά ταξίδια πίσω στο χρόνο και στο χώρο, επισκέφθηκε τα τέσσερα σπίτια των παππούδων του, στα χωριά Δανίαχα και Καπίκιοϊ της Τραπεζούντας, και γνώρισε ανθρώπους που μέχρι σήμερα μνημονεύει. Τα ερείπια της μικρής εκκλησίτσας που είχαν κτίσει οι παππούδες του δίπλα στο σπίτι της γιαγιάς του στη Δανίαχα, η μεγάλη μαρμάρινη βρύση με την επιγραφή "αυτό το πηγάδι εκτίσθη παρά του κυρίου Χαραλάμπους Σελβιαρίδη το 1893" έξω από το σπίτι του παππού του στο Καπίκιοϊ, η γειτονιά που ξεπήδησε ανέπαφη μπροστά στα μάτια του ίδια με τη ζωγραφιά που είχε στα χέρια του, εικόνες και αναμνήσεις που πλέκονταν σε μια πραγματικότητα συγκινητική. Αλλά και οι άνθρωποι. Η Φατμέ που κατοικούσε στο σπίτι της γιαγιάς του κ. Σελβιαρίδη, που δεν γνώριζε την οικογένεια, αλλά σχεδόν τον περίμενε να τον φιλέψει με το δροσερό αϊράν.
Ο γέρος Σαλίχ από τη Λιβερά (*) που σε άπταιστα και ανόθευτα από το χρόνο Ποντιακά έγινε ο ξεναγός του και φύλακας άγγελός του. Ο νεαρός που άκουσε το όνομα "θεία Μαργαρίτα" και αμέσως με περηφάνια τον πήγε στο σπίτι τής θείας να τον φιλέψει. Ο παππούς που, συγκινημένος από τα Ποντιακά, τον φίλεψε αχλάδια από τον κήπο του.
Ο οδηγός που τον συνεπήρε η χαρά του κ. Σελβιαρίδη όταν εντόπισε το σπίτι του παππού του άρχισε να πυροβολεί στον αέρα. Και τα πιτσιρίκια που έτρεχαν πίσω από τους "Γιουνάν" που "έψαχναν να βρουν τα σπίτια τους". Παλιοί φίλοι, γείτονες και γνώριμοι των δικών του, έπαιρναν σάρκα και οστά. "Φέτος, σκοπεύω να πάρω τον γιο μου και να πάμε στα χωριά", κατέληξε.

σύνδεσμος Καθημερινής

2. "ξαφνικά συνειδητοποίησα ποιος είμαι"
➤ Ηλίας Κωνσταντινίδης, Παρανέστι Δράμας, Θεσσαλονίκη

"Ένιωσα ότι είμαι στη Γη της Επαγγελίας, στα ιερά μέρη μου, άσχετα αν αυτά τα μέρη δεν τα έζησε ούτε ο πατέρας μου ούτε εγώ. Όσα είδα, όσα άκουσα, οι άνθρωποι που συνάντησα, οι τόποι που περπάτησα, μ’ έκαναν να συνειδητοποιήσω ξαφνικά και απόλυτα ποιος είμαι".
Ένα ταξίδι–προσκύνημα το 2004 στη γη των προγόνων του, στον Πόντο, σήμανε την αφύπνιση των ακουσμάτων, των αναμνήσεων, των παραστάσεων για τον βελονιστή Ηλία Κωνσταντινίδη. Η διαδρομή των 4.500 χιλιομέτρων που διένυσε ο ίδιος και οι φίλοι του με αυτοκίνητο μέχρι την Τραπεζούντα, με στάσεις στη Σεβάστεια, την Αργυρούπολη, την Παναγία Σουμελά αλλά και την Άγκυρα ήταν, όπως το περιγράφει ο ίδιος και στο πόνημά του με τίτλο "Οδοιπορικό στον Πόντο. Οι ρίζες μου", ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Ο παππούς του, ο συνονόματός του Ηλίας Κωνσταντινίδης, ήταν από το Σιδηροχώρι ή Ντερμεντζίκιοϊ που σήμερα λέγεται Χαρμαντσίκ, ανάμεσα στην Άρδασσα και την Αργυρούπολη. Ο πατέρας του γεννήθηκε στο Σοχούμ της σημερινής Γεωργίας, καθώς οι δικοί του αναγκάστηκαν να φύγουν από τα πάτρια εδάφη μέσα στον κουρνιαχτό του ρωσοτουρκικού πολέμου. Ο ίδιος γεννήθηκε στο Παρανέστι Δράμας, αλλά τα ακούσματα και οι ιστορίες της γιαγιάς του τού ενέπνευσαν την αγάπη για τα μέρη του Πόντου. "Πήγαμε στα πιο απομακρυσμένα μέρη. Συναντήσαμε ανθρώπους που μιλούσαν ποντιακά. Αποσβολώθηκα ακούγοντας τις γυναίκες να συζητούν και προς στιγμήν πίστεψα ότι βρίσκομαι στη Μακεδονία. Τα συναπαντήματα ήταν συγκινητικά. Μας αγκάλιαζαν και μας έλεγαν "μας ξεχάσατε". Κάποιοι τρελαίνονταν που μας έβλεπαν και μας έλεγαν "είμαι Ρωμιός"
, είπε στην «Κ». Αλλά και οι τόποι. Τα τοπία, οι διαδρομές, η Μαύρη Θάλασσα, οι γκρεμισμένες εκκλησίες και τα ερειπωμένα χωριά, οι ελληνικές επιγραφές, οι ελληνικές συνοικίες.
Το Σιδηροχώρι, διηγείται, είναι πλέον ένα έρημο ερειπωμένο χωριό. Από έναν παράδρομο ο κ. Κωνσταντινίδης και η παρέα του βρέθηκαν ξαφνικά στις αυλές δυο σπιτιών. "Βούρκωσα. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Τότε συνειδητοποίησα απόλυτα ποιος είμαι".
Σήμερα, ο κ. Κωνσταντινίδης σχεδιάζει το επόμενο ταξίδι του στον Πόντο, αυτή τη φορά στα χωριά Σάντα και Κρώμνη και στα Σούρμενα.

σύνδεσμος Καθημερινής

(*)

➤ τον γνωρίσαμε στο ταξίδι μας στον Πόντο, καλοκαίρι 1989
Τότε 97 χρονών ο Σαλίχ Κανταρτζίογλου. Κάθε μέρα ήταν μαζί μας. Μας περίμενε πότε θα κατέβουμε από τα δωμάτια μας. Εδώ με τον Χαράλαμπο Τουλκερίδη και τον οδηγό μας. Μια μέρα, κάποια στιγμή μας παράτησε και σηκώθηκε να φύγει. Δεν κατάλαβα γιατί και ρώτησα που πάει έτσι ξαφνικά. Πήγαινε για την προσευχή του. Πέντε φορές την ημέρα αυτή η δουλειά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: