Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2019

ακόμα ακούου του "αέρα" απ’ τ’ς φαντάρ’ μας στουν Προφήτ’ Ηλία... - χωριό Φούρκα

➤ Φούρκα, υψόμετρο 1380 μέτρα στα ριζοβούνια του Σμόλικα.
το χωριό αυτό το έχω συνδέσει με τον πόλεμο του '40 περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο. Ίσως γιατί ήταν το δυσκολότερο μέτωπο, αυτό του αποσπάσματος Δαβάκη ο οποίος με 2,5 τάγματα έπρεπε να αναχαιτίσει την επίλεκτη μεραρχία Τζούλια. 
διαβάστε τις εκπληκτικές θύμισες τ' "Αλέξ’ του Μουτσούλ’ς", ποίημα...


Φούρκα, το χωριό του Σμόλικα που "έζησε" τη μάχη της Πίνδου

 Ο Αλέξης Μουτσούλης είναι ίσως ο πιο διάσημος σήμερα Φουρκιώτης όχι μόνο γιατί χρημάτισε οδηγός του Δαβάκη αλλά γιατί πρόσφερε κι ο ίδιος πολλαπλές υπηρεσίες στον αγώνα του Αποσπάσματος της Πίνδου. Τόσες που η Πολιτεία να του έχει απονείμει τον Πολεμικό Σταυρό κι η Τηλεόραση να τον επισκέπτεται συχνά για συνεντεύξεις κάθε φορά που γυρίζεται κι ένα καινούριο ντοκιμαντέρ με θέμα την εποποιία της Πίνδου. Η διασημότητα όμως είναι φανερό πως δεν άλλαξε καθόλου το συμπαθέστατο 83χρονο γεροντάκο. Τον βρίσκουμε την ώρα που σκαλίζει τα "κηπολόια" του κι αφού μας καλωσορίζει και μας μπάζει μ’ απροσποίητη ευγένεια στο φτωχικό του, όπου δεχόμαστε άφθονες τις περιποιήσεις της κυράς του Αθηνάς, δέχεται πρόθυμα να διηγηθεί και μας διηγείται με μια απλότητα τόσο φυσική που μοιάζει μ’ αφύσικη τα γεγονότα εκείνα του 40 που τα έζησε συνειδητά αντάμα με το Δαβάκη κι ανυποψίαστα συντροφιά με τη Δόξα.

από το βιβλιαράκι "εικόνες και μνήμες από το έπος 1940-41 ανακαλούνται"

"Όταν πλάκουσε ου πόλεμους εγώ δούλευα λουτόμους στου μουναστήρ’ Παναγιά Αγία Κλαδόρμ’ απ’ πέφτ’ καμιά ώρα όξου απ’ του χουριό (πρόκειται για το ίδιο μοναστήρι που αναφέρεται και στη διήγηση του Πάπαρη). Ήμν’α ακόμα εκεί όταν έφτασε του κακό χαμπάρ’ πως οι Ιταλοί είχανε μυρμηγκιάσ’ μέσα στ’ Φούρκα κι στα γύρου υψώματα. Τ’ς 30 του μηνός του προυί έφτασε στου μουναστήρ’ ένας λόχος του Νταβάκ’ με του λουχαγό Κόκκινου. Ρώτ’σε ποιος ξέρ’ καλά τ’ μπεριουχή κι όταν τ’ ούπα πως τ’ν ξέρου με κλειστά τα μάτια μ’ γύρεψε να τουν κατατοπίσου για τουν Προφήτ’ Ηλία. Του ΄πα ό,τ’ ήξερα κι τουν πήγα του απόγεμα κουντά. Τ’νύχτα ου Κόκκινους έκανε επίθεσ’ και κατά τ’ς 10 του πήρε του ύψουμα. Του ίδιου βράδ’ έφτασε αργά στου μουναστήρ’ κι ου Νταβάκ’ς που όταν έμαθε πως ου Κόκκινους επιτέθ’κε στουν Προυφήτ’ Ηλία μας είπε: "Βάλτε στραβά τ’ σκούφια σας. Ου Κόκκινους του πήρε του ύψουμα". Το ΄πανε οι άλλ’ πως εγώ οδήγ’σα τουν Κόκκινου κι με συγχάρ’κε. Ύστερα μ’ έβαλε και του ΄πα με το νι και με το σίγμα τ’ς δρόμου’, τα μουνουπάτια κι τα υψώματα γύρου απ’ τ’ Φούρκα. Στου τέλους γυρίζ’ κι μ’ λέει:

- Βρέ Αλέκου, ξέρ’ς τι θέλου απού σένα τώρα;
- Τι θέλ’ς, καπετάνιου; τ’ λέου.
- Μπουρείς, μ’ λέει, να πας ταχιά του προυί στου χουριό σ’ να ιδείς με τρόπο πόσοιν και πού είναι οι Ιταλοί και να βρεις πάλι τρόπου να έρθ’ς αδιταχιά να μ’ πεις;
- Μετά χαράς τ’ λέου, καπετάνιου. Έβαλα απ’ λένε του κεφάλι μ’ στουν ντουρβά και ήρθα. Γύρ’σα τ’ς γειτουνιές ούλες κι ούλα τα κατάμερα τ’ς Φούρκας μ’ ένα καπίστρ’ στου χέρ’ τάχα πως έψαχνα για του ζουντανό μ’. Κανένας απ’ τ’ς Ιταλοί δεν μ’ είπε τι κάνου και πού πάου. Ξαναγύρ’σα πριν απ’ το γιόμα στου μουναστήρ’ κι είπα στου Νταβάκ’ χαρτί και καλαμάρ’ τι είδα. Μ’ αγκάλιασε και με φίλ’σε.
- Θα ιδείς Αλέκου, μ’ είπε, πώς θα τ’ς μαντρώσου σαν τα πρόβατα. Φουβάμαι μουναχά να μη χαλάσ’νε του χουριό.
- Τ’ νύχτα ήρθε κι άλλους στρατός κι ου Νταβάκ’ς ξαγρύπνησε με τουν υπουδιοικητή τ’ Καραβία δίνουντας διαταγές. Τ’ν επαύριου του προυί οι θ’κοί μας βαρέσανε απού παντού τα υψώματα γύρου στ’ Φούρκα. Άναψε ου τόπους απ’ του τ’φεκίδ’. Εμένα μ’ έστειλε ου Νταβάκ’ς σαν οδηγό στου Ταμπούρ’. Εκεί έμαθα τ’ν επαύριου τ’ απόγεμα πως ου καπετάνιους ανεβαίνουντας στουν Προυφήτ’ Ηλία, απ’ τον είχαν ξαναπάρ’ οι φαντάρ’ μας, λαβώθ’κε στου στήθους. Τα παράτ’σα ούλα κι έτρεξα να τουν προυλάβου καθώς τουν κατέβαζαν με φουρείου στου Εφταχώρ’. Μ’ είδε κι δάκρυσε.
- Τι έπαθες, καπετάνιου μ’, τ’ λέου.
- Δεν είναι τίπουτα, Αλέκου, μ’ λέει. Αλλά συ μη χάνεσαι εδώ μαζί μ’. Τράβα απάν’ κι παρουσιάσ’ στουν Καραβία γιατί είσαι απαραίτητος εκεί. Άντε, γεια σου και καλή αντάμωση.
- Ξαναγύρ’σα κι μπήκα στ’ν υπηρεσία τ’ Καραβία μέχρι απ’ ξεπαστρεύ’κε η περιουχή απ’ τ’ς Ιταλοί κι ου στρατός μας προυχώρ’σε προς τα πάν’. Τουν Νταβάκ’ όμους δεν τουν ξαναείδα. Θεός σχωρέστον. Ήταν μεγάλου παλικάρ’."

Τα δάκρυα έπνιξαν τον αγαθό Φουρκιώτη γέροντα στην ανάμνηση του καπετάνιου της Πίνδου, μα κι η δική μας συγκίνηση για τον ήρωα που χάθηκε μα και για τούτον που ΄χαμε ολοζώντανο μπροστά μας δεν ήταν λιγότερη.
Και τώρα ακόμα που αναθυμάμαι τη λιτή αλλά τόσο αποκαλυπτική διήγηση του γερο-Φουρκιώτη Αλέξη Μουτσούλη η συγκίνηση ξαναγυρίζει αψιά στην καρδιά μου, ενώ στοχάζομαι πόσο ανεπιτήδευτη μπορεί να 'ναι κάποτε-κάποτε η αλήθεια, πόσο απλά κι ανθρώπινα γράφεται στην πραγματικότητα η Ιστορία, πόσο φυσικό στάθηκε και το γεγονός εκείνο που οι μεγαλόσχημοι κοντυλοφόροι μας συνήθισαν να τ’ ονομάζουμε "εποποιία της Πίνδου".

το σύνολο της δημοσίευσης εδώ τους οποίους ευχαριστούμε θερμά.


Δεν υπάρχουν σχόλια: