Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Ποντιακή Λύρα, τεύχος 118 (2010) εικόνες - 1

ο κυρ Αναστάσης από την Σαμψούντα

το δράμα των προσφύγων του Πόντου
(σημείωση #1) 


➤ Στα 1930 μια ασκητική μορφή σε ημιπαράλυτη σχεδόν κατάσταση, από τις κακουχίες και τα μαρτύρια στη Ρωσία, εγκαθίσταται μόνιμα πια στο χωριό Σίψα (Ταξιάρχες) της Δράμας. Νωρίτερα, είχε ήδη περιπλανηθεί σε διάφορα χωριά της Μακεδονίας μας. Μοναδική του περιουσία κάποια εκκλησιαστικά βιβλία στη γεωργιανή γλώσσα, λιγοστά φτωχικά άμφια και εικονίσματα. Ποιος φανταζόταν ποτέ ότι αυτό το άσημο χωριουδάκι θα γινόταν γνωστό σ' όλη την Ελλάδα από την παρουσία του μετέπειτα Μακάριου Γέροντα!


Οι κάτοικοι του χωριού, πρόσφυγες στην πλειονότητά τους από διάφορα μέρη του Πόντου, έτρεξαν όλοι, μικροί και μεγάλοι, να πάρουν την ευχή του νεαρού Μοναχού. Μερικοί προθυμοποιήθηκαν να τον φιλοξενήσουν στα σπίτια τους (2) εκείνος όμως αρνείτο επίμονα, λέγοντας πως θα φιλοξενηθεί στο σπίτι του ανθρώπου που δεν έσπευσε να τον προϋπαντήσει. Πράγματι, συζητώντας οι χωριανοί το θέμα μεταξύ τους και από στόμα σε στόμα, ανακάλυψαν πως μόνον ένας δε νοιάστηκε να πάρει την ευχή του καλόγερου, ο ανυπότακτος και τραχύς στο χαρακτήρα Αναστάσης Σπυριδόπουλος. Έτσι μετά από επιμονή των γειτόνων, πήγε, κάπως καθυστερημένα, κι ο Αναστάσης να γνωρίσει το νιοφερμένο και σπάνιο επισκέπτη. Δεν επέστρεψε όμως μονάχος. Στις πλάτες του σήκωνε -εικόνα που επαναλαμβανόταν συχνά αργότερα- τον καχεκτικό και φιλάσθενο μοναχό. Η επιλογή του Γέροντα ήταν το πρώτο δείγμα, για τους χωριανούς, του διορατικού του χαρίσματος, καθώς ο Αναστάσης ήταν ο μόνος ανύπαντρος σε ώριμη ηλικία, χωρίς ιδιαίτερα οικογενειακά βάρη, κι ως εκ τούτου, η παρουσία του καλόγερου δεν είχε να ενοχλήσει κανένα. Ο Αναστάσης κι η οικογένειά του αργότερα έζησαν πολλά θαυμαστά γεγονότα, χάρη στο Γέροντα Γεώργιο Καρσλίδη.

Είναι λοιπόν η πολυκύμαντη ζωή του κυρ-Αναστάση Σπυριδόπουλου και ολόκληρης της οικογένειάς του -καθώς το δράμα αυτής της οικογένειας είναι αντιπροσωπευτικό της περιπέτειας του Ποντιακού Ελληνισμού κατά τον ξεριζωμό του από τις πατρογονικές του εστίες- που θα μας απασχολήσει παρακάτω. Προσπάθησα πρόσωπα και γεγονότα να τα τοποθετήσω, κατά το δυνατό, στο ιστορικό τους πλαίσιο. Έτσι, για να μη λησμονούν οι μεγαλύτεροι και για να γνωρίζουν οι νεώτεροι άγνωστες πτυχές της πρόσφατης ιστορίας μας. Ο κυρ-Αναστάσης λοιπόν γεννήθηκε το 1902 στο Κεμπισλή της Σαμψούντας. Αν η προσωπική του ιστορία δεν ήταν όμοια με του κάθε Ρωμιού στη συμφορά του Πόντου και της Μικρασίας, δεν θα 'κανα τον κόπο να την καταγράψω, καθώς ο λόγος μου μάλιστα είναι αρκετά άκομψος και άμουσος. Σύμφωνα με την αφήγησή του, ήταν ο μεγαλύτερος από τα τέσσερα αδέλφια του, τρία αγόρια κι ένα κορίτσι. Ο πατέρας του, όταν η βία και η καταπίεση των Τούρκων έγινε αφόρητη για το ελληνικό στοιχείο του Πόντου, μαζί με άλλα παλληκάρια της περιοχής βγήκε στα βουνά για αντίσταση (3). Από κει, αργότερα, πέρασε στη Ρωσία και τα ίχνη του χάθηκαν για αρκετά χρόνια.

Έτσι, μια ολόκληρη φαμίλια έμεινε απροστάτευτη. Κι η μάνα όμως του κυρ - Αναστάση δεν άντεξε πολύ. Καθώς η ευθύνη βάρυνε διπλά τους ώμους της, μετά την απουσία του συζύγου της, λύγισε και σύντομα έφυγε απ' τον κόσμο αυτό, εγκαταλείποντας απορφανισμένα τ' ανήλικα. Πίσω, απόμεινε η πεθερά της, ανήμπορη γερόντισσα κι αυτή, ανίκανη ν' αναλάβει τη φροντίδα και την κηδεμονία ανήλικων παιδιών. Έτσι η Ελένη, άκληρη θεία του κυρ-Αναστάση, ανέλαβε την ανατροφή δύο ανεψιών της, της Μαρίας εννέα χρόνων και του Αχιλλέα πέντε. Ο δωδεκάχρονος αδελφός, ο Παύλος οδηγήθηκε στο Αμερικάνικο Ορφανοτροφείο, όπου όμως πέθανε σε δύο χρόνια από επιδημική νόσο.
Ο Αναστάσης, παιδί στην εφηβεία του, δέχθηκε το προστατευτικό χέρι ενός γείτονα Τούρκου οικογενειάρχη. Για ν' αποφύγει τον κίνδυνο, ντύθηκε έτσι, που να φαίνεται σωστό τουρκόπουλο, ώστε να μην κινεί την υποψία των Τούρκων (4). Το ελληνόπουλο βολεύτηκε αρκετά καλά στη νέα του οικογένεια. Ο πατέρας της οικογένειας, βλέποντας την προκοπή του νέου, αποφάσισε να τον κρατήσει για πάντα κοντά του. Τον δέσμευσε αρραβωνιάζοντάς τον με μια από τις κόρες του. Ο Αναστάσης, αφού κέρδισε την εμπιστοσύνη της φιλόξενης οικογένειας, ανέλαβε την ευθύνη για τα ζωντανά της. Στο ξύπνημα της πρώτης του νιότης, δεν είχε κανένα παράπονο από την οικογένεια στην οποία εμβολιάστηκε, αντίθετα, συχνά αισθανόταν και τυχερός σε σχέση με τα αδέλφια του ή και άλλα ελληνόπουλα.


Δεν ξεχνούσε, όμως, ποτέ ότι ανήκει σε μια άλλη φυλή, σ' αυτή που τόσα δεινά υπέστη εξαιτίας της τουρκικής βαρβαρότητας. Αισθανόταν, όσο περνούσε ο καιρός στο τούρκικο υποστατικό, η φορεσιά του να του βαραίνει το σώμα και την ψυχή. Τα γεγονότα αυτής της περιόδου δεν μπορούσαν να αφήσουν ασυγκίνητο το νεαρό ελληνόπουλο. Το 1919 ο Κεμάλ κήρυξε την Αμισό πρωτεύουσα του κράτους του. Στο μεταξύ, στίφη Τουρκαλβανών από το Κοσσυφοπέδιο και τα Βαλκάνια εγκαταστάθηκαν σ' αυτές τις περιοχές του Πόντου, σαν πιο "ικανά" για την καταπίεση κι εξόντωση των Ελλήνων. Ακολούθησαν μοναδικές βιαιότητες σε βάρος του Ποντιακού Ελληνισμού, ομαδικές σφαγές και ομαδικές αποστολές (οκτώ μόνον από τη Σαμψούντα) για τα Αμελέ-Ταπουρού. Δεν μπορούσε λοιπόν ο Αναστάσης να ξεχάσει ότι πάνω απ' όλα ήταν Έλληνας.

Μια μέρα, καθώς έβοσκε τα ζώα στα λιβάδια, αντίκρισε να περνούν Έλληνες αντάρτες. Απ' αυτούς πληροφορήθηκε και γι' άλλες φρικιαστικές πράξεις των Νεοτούρκων. Το μίσος θέριεψε μέσα του, ξέχασε το βόλεμά του στην αλλόθρησκη κι αλλόφυλη οικογένεια και πήρε κι αυτός τα βουνά. Οι συγκρούσεις με τους τσέτες (5) συχνά γίνονταν αιματηρές. Τη νύχτα, μερικοί που αποτελούσαν και το σύνδεσμο, με επιφύλαξη κατέβαιναν, προκειμένου να πάρουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες, να προμηθευτούν τροφές και να μάθουν νέα για τους δικούς τους.
Άλλοτε πάλι, έστηναν καρτέρι σε περάσματα, που οδηγούσαν σε χωριά μ' ελληνικό πληθυσμό, για να εμποδίσουν τους Τούρκους στρατιώτες να προβούν σε βιαιότητες.


Κάθε φορά, που κάποιος από την ομάδα των Ελλήνων ανταρτών επέστρεφε από χωριό, με λαχτάρα τον περιτριγύριζαν οι άλλοι, να μάθουν νέα για τους δικούς τους. Έτσι, κάποια μέρα, ο Αναστάσης πληροφορήθηκε από συντρόφους του ότι το χωριό του το κατέλαβε τουρκικός στρατός κι ότι το σπίτι του, στο έμπα του χωριού, πάνω στο δρόμο, το 'καναν παρατηρητήριο. Άλλα εκατό περίπου χωριά της περιοχής Αμισού πυρπολήθηκαν και οι κάτοικοι εξορίστηκαν (6)

Πληροφορήθηκε λοιπόν ο Αναστάσης πως οι Τούρκοι στρατιώτες αγγάρεψαν τη γιαγιά του, που είχε περάσει τα ογδόντα, ν' αναλάβει το μαγειριό και να περιποιείται τη φρουρά που έκανε κατάληψη του υποστατικού της. Ο Αναστάσης οργίστηκε πολύ, πόνεσε κι ανησύχησε για την τύχη της γιαγιάς. Γνώριζε καλά που μπορεί να φτάσει η τουρκική αναλγησία και θηριωδία. Αργότερα, όταν οι Τούρκοι εγκατέλειψαν το Κεμπισλή, αποφάσισε διασχίζοντας βουνά και λαγκάδια να επιστρέψει για λίγο στο σπίτι του με κάθε προφύλαξη. Είχε πεθυμήσει τόσο πολύ τη γιαγιά και το σπίτι, που απόμεινε αδειανό, καθώς σκόρπισε η οικογένεια με τις αλλεπάλληλες κακοτυχιές!

Κάθε φορά που ο μπάρμπα Αναστάσης έφθανε σ' αυτό το σημείο της αφήγησής του, άλλαζε όψη, το βλέμμα του γινόταν άγριο κι εκδικητικό, καθώς πόνος, πίκρα κι απέχθεια γίνονταν ένα μέσα του για το βάρβαρο μιλέτι και κατέκλυζαν το είναι του. Τόσο γλαφυρός και πειστικός ήταν ο λόγος του, που και τα παιδιά του παρακολουθώντας τον ένοιωθαν πια τα ίδια συναισθήματα για τους εγκληματίες, που ακόμη και στο τέλος του εικοστού αιώνα δεν πλήρωσαν για τις γενοκτονίες τους.

Έφτασε κάποτε στο χωριό του το παλληκάρι, που είχε ωριμάσει στη φωτιά του ελληνικού αντάρτικου μέσα στις στερήσεις και τις ασύμμετρες για την ηλικία του δυσκολίες. Αδυνατούσε όμως να πιστέψει στην εικόνα που αντίκρισε. Τίποτε δεν του θύμιζε τον τόπο που τον ανάστησε, καθώς τίποτε δεν άφησαν όρθιο. Παντού σωριασμένα ερείπια κι αποκαΐδια. Δεν υπήρχε πια ψυχή που να μαρτυράει τη ζωή σ' αυτό το χωριό. Μόνο λίγα μαυροπούλια ολόγυρα, που έσκουζαν πένθιμα. Ερημιά παντού. Τούρκοι διαβήκαν... Στο σπίτι του, που το θύμιζαν τα λιγοστά μαυρισμένα από τις πύρινες φλόγες ντουβάρια και τα μπάζα κατάχαμα, το χορτάρι ήταν ίσα μ' ένα μπόι ψηλό. Ώρα αρκετή έψαχνε ο Ανάστασης μ' αγωνία στα χαλάσματα του σπιτιού του, μήπως βρει τη γιαγιά, έστω και νεκρή. Ήταν ο θηλυκός υπερήλικας ακρίτας που 'μελλε με το μαρτύριό της ν' αγωνιστεί για τα ιερά και όσια της φυλής της, της φυλής μας, για ό,τι δημιούργησε με ιδρώτα κι αίμα, για ό,τι αγάπησε πολύ. Κάποτε, ο εγγονός της απόκαμε από το ψάξιμο κι έκανε να φύγει απογοητευμένος. Εκείνη όμως τη στιγμή αντίκρυσε στητό το μπαστούνι της γιαγιάς μπροστά στο μαγειριό, δίπλα στο φούρνο. Παραμέρισε βιαστικά κι ανυπόμονα τα χορτάρια, που τον εμπόδιζαν να δει καταγής. Το θέαμα ήταν απάνθρωπο, φρικιαστικό. Η γιαγιά κοίτονταν κατάχαμα νεκρή και το μπαστούνι της μπηγμένο βαθιά στο στήθος, στο μέρος της καρδιάς. Η οδύνη του νεαρού εγγονού δεν περιγράφεται. Ξέσπασε σ' ένα μακρόσυρτο μοιρολόι στη λαλιά των προγόνων του, σαν εκείνο που θύμιζε τους κομμούς στις τραγωδίες και που δε διαφέρει καθόλου απ' το μανιάτικο ή το ηπειρώτικο, αφού εκφράζουν την ίδια ψυχή, την ελληνική. Ξέμπηξε το ραβδί από το τραυματισμένο στήθος της γιαγιάς, έσκαψε πρόχειρα κι έρριξε λίγες φτιαριές στο κουφάρι της, έστησε δύο μισοκαμμένα ξύλα σε σχήμα σταυρού πάνω στον τύμβο της "καλομάνας", σταυροκοπήθηκε κι έφυγε. "Θόλωσε το μυαλό μου", έλεγε και ξανάλεγε ενθυμούμενος αυτή τη σκηνή, κι ένας βαθύς αναστεναγμός ξέφευγε από τα χείλη του. Είχε στεγνώσει πια από αισθήματα, μόνον ο γδικιωμός για τον εχθρό, που τόσο άναντρα και βάρβαρα συμπεριφέρθηκε, αισθανόταν να διαποτίζει τα μέλη του. Επέστρεψε στους συντρόφους του, στους συναγωνιστές του. Μα κι εκεί, ανάλογες ιστορίες απανθρωπιάς και φρίκης άκουσε και για τους Έλληνες των άλλων χωριών. Τον Οκτώβριο του 1920 ο Κεμάλ διέταξε την απέλαση των Ελλήνων υπηκόων της περιοχής με ατμόπλοιο. Εκτός από ομαδικές σφαγές (7), που ακολούθησαν, οι αποστολές στα Αμελέ Ταπουρού (σημείωση μας : ήταν εξορίες, όχι αμελέ ταμπουρού), που οργανώθηκαν για τους Έλληνες μόνον της Αμισού (Σαμψούντας), ήταν οκτώ.

Ο Αναστάσης φορώντας τη στολή σκοτωμένου Τούρκου κατάφερε να φτάσει στη Σαμψούντα. Χρησιμοποιώντας πλαστή ταυτότητα, που τον παρουσίαζε νεώτερο απ' ό,τι ήταν, αναμείχθηκε με τα παιδιά του Αμερικάνικου Ορφανοτροφείου και με καράβι αποβιβάστηκε στον Πειραιά. Από εκεί τον έστειλαν στο Μεσολόγγι. Εκεί, οι κάτοικοι τον αγκάλιασαν, τον συνέτρεξαν προσπαθώντας ν' απαλύνουν την πίκρα και τον πόνο της προσφυγιάς. Φτωχικά βέβαια, αλλά πάντως βολεύτηκε. Από το νου του όμως δεν ξεκόλλαγε ποτέ η σκέψη του πατέρα και των δύο αδελφών του, ίσως και να ζούσαν. Πού να βρίσκονταν όμως;
Ήταν φιλόξενη για τον πρόσφυγα η γη του Μεσολογγίου, αισθανόταν όμως μόνος. Μια μέρα, πήγε σε ένα γειτονικό καφενέ, για να παρακολουθήσει το δελτίο αναζητήσεων μέσω του Ερυθρού Σταυρού. Εκείνη η μέρα στάθηκε σημαντική για τον Αναστάση, γιατί ξαφνικά άκουσε ότι τον αναζητούσε ο πατέρας του. Ο κυρ Γιάννης Σπυριδόπουλος είχε φτάσει νωρίτερα στην Ελλάδα κι είχε εγκατασταθεί στη Σίψα (Ταξιάρχες) της Δράμας. Ανάμεικτα συναισθήματα κυρίεψαν την ψυχή του, κυρίως όμως η λαχτάρα να σμίξει με το πατέρα του, που ήταν χαμένος εδώ και τόσα χρόνια. Ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκε οικείο το περιβάλλον, όταν, φτάνοντας στη Σίψα, δε συνάντησε μόνον τον πατέρα του, μα και αρκετούς φίλους και συγγενείς από την Πατρίδα. Από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να λύσει το μυστήριο για την τύχη των χαμένων αδελφών, καθώς η θεία του, που είχε αναλάβει τη φροντίδα τους, έφτασε κι εκείνη με τον ξεριζωμό των Ποντίων κι εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Δράμας.


Η κυρα-Ελένη πάλι, όταν έσμιξαν, του διηγήθηκε τη δική της Οδύσσεια στις ώρες της συμφοράς του ποντιακού Ελληνισμού. Στην είδηση πως τουρκικό στράτευμα καταφθάνει στην περιοχή, πολλοί Έλληνες από χωριά της Αμισού τρομοκρατημένοι ξεκίνησαν μάλλον για το άγνωστο. Κι έβλεπε κανείς ένα ανθρώπινο ποτάμι να ξεχύνεται στ' απρόσιτα μονοπάτια της Σαμψούντας, να σμίγει παρακάτω με Πόντιους και από τις άλλες περιοχές. Καθώς η πείνα, η δίψα και η κούραση, αλλά και οι επιδημίες θα τους θέριζαν στο δρόμο, λίγοι θα 'φταναν ζωντανοί στη μητέρα Ελλάδα. Ποιος να φανταζόταν ποτέ πως των Εβραίων τα παθήματα στη γη των Φαραώ θα 'ταν μηδαμινά μπροστά στα μαρτύρια των Ελλήνων του Πόντου και της Μικρασίας!

Στην ουρά της φάλαγγας λοιπόν και η κυρα-Ελένη με το δικό της νεογέννητο στην αγκαλιά -τον άνδρα της τον είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι νωρίτερα- ένα μποχτσά με τ' αναγκαία στην πλάτη της και τα δύο ανίψια μπροστά ξάνοιγε το βήμα της, για να προλάβει το καραβάνι των κυνηγημένων. Τ' αδέλφια όμως του Αναστάση κουράστηκαν, προτού αποχαιρετήσουν τα τελευταία σπίτια του χωριού, κι άρχισαν τη γκρίνια και το κλάμα. Τότε ήταν που η θεία τους μπροστά στον κίνδυνο του εχθρού άνοιξε την καγκελόπορτα ενός τούρκικου αρχοντικού κι έκλεισε μέσα στην αυλή τα δύο ανήλικα. Ήταν το αρχοντικό ενός Τούρκου φημισμένου γιατρού. Η Ελένη περπάτησε λιγοστά χιλιόμετρα με το νεογέννητο στην αγκαλιά και λεχώνα καθώς ήταν, ένοιωσε σύντομα την εξάντληση από την πείνα και το δρόμο. Δεν είχε γάλα να βυζάξει το νεογέννητο. εκείνο με τη σειρά του έκλαιγε ασταμάτητα τόσο, που κινδύνευσε να τους προδώσει σε εχθρούς που παραφύλαγαν στα περάσματα, όπως ήταν η χαράδρα του διαβόλου. Τότε, οι συγχωριανοί της, χωρίς ηθικό δισταγμό, άρπαξαν βίαια απ' τα χέρια της μάνας το παιδί και το 'θαψαν ζωντανό λίγα μέτρα παράμερα, αφήνοντάς την απαρηγόρητη σ' όλη της τη ζωή.

Σ' όλα τα κατοπινά χρόνια ο κυρ-Αναστάσης και η θεία του έσμιγαν τον πόνο και το δάκρυ τους μ' ένα σύντομο θρήνο, που πάντα σχεδόν είχε την ίδια κατάληξη.
- Βάϊ, γιαβρούμ, Μαρία, που να βρί(γ)εσαι, ντο να εφτάς; Μνημόνευε την αδελφή του, που είχε κάποια ηλικία και δε θα 'πρεπε να 'χε ξεχάσει τις ρίζες της. Η κυρα-Ελένη πάλι έκλεινε τον κομμό με το δικό της καημό.
- Ουΐ ναϊλί εμέν. εγώ συγχώρησιν κι έχω, πώς εβάσταξα να λέπω το παιδίμ' με την ψην να θάφνατο (8).


Τα χρόνια κυλούσαν φτωχικά και ήρεμα στο χωριό. Ο κυρ-Αναστάσης έκανε τη δική του οικογένεια. Την γαλήνη όμως του σπιτικού του ήρθε να ταράξει το μεταναστευτικό κύμα της δεκαετίας του εξήντα. Ήταν ο τυφώνας που σάρωσε την ελληνική ύπαιθρο κι ερήμωσε τα χωριά μας (9). Έτσι, η μισή οικογένεια του κυρ-Αναστάση βρέθηκε στη Γερμανία. Η κόρη του Κυριακή (10) -συμμαθήτρια και φίλη μου απ' τα παιδικά χρόνια- εργαζόταν στο Μόναχο, όταν έλαβε ένα γράμμα από τον πατέρα της. Μεταξύ άλλων έγραφε και τα εξής: "... Η χαρά μου είναι απερίγραπτη... βρήκα την αδελφή μου μετά από 52 χρόνια! Κάποια από τα οκτώ παιδιά της εργάζονται στο Βερολίνο. Από συζήτηση που είχαν στο εργοστάσιό τους με παιδιά συμπατριωτών μου από την Ξάνθη, βεβαίωσαν πως η μητέρα τους είναι Ελληνίδα από το Κεμπισλή της Σαμψούντας. Όλες οι πληροφορίες μαρτυρούν πως πρόκειται για τη χαμένη μου αδελφή. Συ, κάνε κάτι να συναντηθείτε με τα ξαδέλφια σου..."
 Ο πατέρας της Κυριακής λοιπόν φρόντισε και βρήκε τις διευθύνσεις των ανεψιών του στη Γερμανία και της αδελφής του στην Τουρκία.
Αντάλλαξε φωτογραφίες και προετοίμασε το έδαφος για το αντάμωμα των συγγενών.


Κι η Μαρία, η αδελφή του κυρ-Αναστάση; Ήταν αυτή που μεγάλωσε με τα τραύματα της παιδικής της ηλικίας, ανάμεσα σ' ανθρώπους που ξεκλήρισαν τη δική της φαμίλια κι' είχαν τόσο διαφορετική κουλτούρα και ψυχοσύνθεση!
Ποιος είπε, πως ο χρόνος θα μπορούσε να σβήσει ποτέ το σκηνικό με τα φρικιαστικά οπτικοακουστικά εφέ της καταστροφής και του ξεριζωμού σε Πόντο και Μικρασία απ' όσους έζησαν τα γεγονότα εκείνων των ημερών; Άλλωστε, αυτό θ' αποτελέσει την κατάθεση της προσωπικής τους μαρτυρίας και του μαρτυρίου της φυλής μας μπροστά στο θρόνο του Αρνίου. Μόνο ένας Όμηρος θα περιέγραφε αυτή την εικόνα της καταστροφής τόσο εύστοχα, αλλά και λακωνικά στην Ιλιάδα (11) : ... Υιούς τ' ολλυμένους, ελκυθείσας τε θύγατρας και θαλάμους κεραϊζομένους, και νήπια τέκνα βαλλόμενα προτί γαίη...


Η Μαρία (12) λοιπόν δεν ξέχασε ποτέ πως ήταν Ελληνίδα Χριστιανή. Οι θετοί γονείς της την πάντρεψαν μ' έναν Τούρκο με τον οποίο απέκτησε οκτώ παιδιά. Σ' ολόκληρη τη ζωή της κρατούσε μυστικό το θέμα της καταγωγής της, ώσπου πάτησε τα εξήντα. Τ' αγόρια της έγιναν άντρες και πηγαινοέρχονταν στις φάμπρικες της Γερμανίας. Τότε μόνον η μάνα τους θεώρησε κατάλληλη τη στιγμή, καθώς έμαθαν πια τις δικές τους ρίζες τα παιδιά της, να μοιραστεί μαζί τους τη λαχτάρα για τους δικούς της. Τα παιδιά της Μαρίας, με βάση τις πληροφορίες της μητέρας τους, βρήκαν κάποια άκρη και άρχισαν την αλληλογραφία με τους συγγενείς. Το σμίξιμο όμως των συγγενών δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, γιατί ο κυρ-Αναστάσης στο μεταξύ πέθανε στη Σίψα, κι ο Τούρκος γαμπρός του, πληροφορούμενος την αλληλογραφία της γυναίκας του με τους δικούς της, έγινε θεριό ανήμερο. Άρπαξε λοιπόν το τσεκούρι κι όρμησε να σκοτώσει τη γυναίκα, που τόσα χρόνια του στάθηκε πιστή σύντροφος και του χάρισε οκτώ παιδιά. Θα είχε ολοκληρώσει το ανόσιο έργο του, αν δεν τον συγκρατούσε κάποιος από τους γιους του.

Μετά το περιστατικό ο σύζυγος της κυρα-Μαρίας απομακρύνθηκε σ' ένα καμμένο, ελληνικό άλλοτε χωριό, όπου και πέθανε ολομόναχος. Δεν συγχώρησε ποτέ τη γκιαούρισσα, τη Μαρία Σπυριδοπούλου από το Κεμπισλή της Αμισού, την αδελφή του κυρ-Αναστάση, τη μάνα του, Χουσεΐν Ακάν, που με τ' αδέλφια του εργάζονταν εδώ και χρόνια στο (Δυτικό) Βερολίνο.



Σημειώσεις :
•    1.   Μια αληθινή ιστορία, δείγμα ελάχιστης ευγνωμοσύνης για τις ηρωικές θυσίες των Ελλήνων του Πόντου, καθώς η 19 Μαΐου είναι ημέρα μνήμης της γενοκτονίας τους (1914-1922).
•    2.   Μερικά αναφέρονται στη βιντεοκασσέτα για το Γέροντα Γεώργιο Καρσλίδη, που ετοιμάζεται.
•    3.   Τα Αμελέ Ταπουρού ήταν τάγματα εργασίας, στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου οι Τούρκοι δήμιοι βασάνιζαν συστηματικά το μάχιμο στοιχείο της Ελληνικής Ανατολής. Από το 1914, σύμφωνα με σχέδιο οργανωμένο από Γερμανούς μισέλληνες, οι Τούρκοι άρχισαν την επιστράτευση πολλών Ποντίων ηλικίας 21-45 ετών, που τους έστελναν για καταναγκαστικά έργα στο εσωτερικό της Ανατολής. Το σχέδιο, καθώς οι συνθήκες ήταν απάνθρωπες, απέβλεπε στην έμμεση εξόντωση των ανδρών. Οι δραπέτες τιμωρούνταν με σκληρό βασανισμό και κρεμάλα. Προκειμένου να σωθεί ο Χριστιανικός πληθυσμός από τον αφανισμό, οι Έλληνες του Πόντου κατάφεραν να συγκροτήσουν ανταρτικά σώματα (12.000-15.000 περίπου άνδρες συνολικά), όπου κατέφευγαν συχνά και δραπέτες από τα Αμελέ Ταπουρού.
•    4.   Το 1917 συνελήφθησαν 300 περίπου πρόκριτοι και έμποροι της Αμισού, που στάλθηκαν στην Ανατολία για τα τάγματα εργασίας. 100 περίπου χωριά της περιοχής Αμισού πυρπολήθηκαν και οι κάτοικοί τους εξορίστηκαν. Τα γεγονότα τρομοκράτησαν το ελληνικό στοιχείο του Πόντου.
•    5.   Τσέτες: Τούρκοι αντάρτες συγκροτημένοι σε συμμορίες, δρούσαν εναντίον του ελληνικού στρατού, άτακτου και τακτικού από το 1915-1922.
•    6.   Τα γεγονότα πρέπει να συνέβησαν γύρω στα 1917-19.
•    7.   Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία οι Πόντιοι που εξοντώθηκαν με τις σατανικές μεθόδους των Τούρκων από το 1914-22 ξεπερνούν τις 350.000.
•    8.   Αλλοίμονό μου! δε θα βρω συγχώρηση, πώς άντεξα να βλέπω το παιδί μου να το θάβουν ζωντανό!
•    9.   Ο Γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης είχε προβλέψει πολύ νωρίτερα αυτή τη μετανάστευση, μια αφαίμαξη με πολλές και ποικίλες συνέπειες.
•    10. Ευχαριστώ την Κυριακή Σπυριδοπούλου, που μου έδωσε πληροφορίες απαραίτητες για την ιστορία του πατέρα της.
•    11. Η μετάφραση: Τ' αγόρια μου να σφάζονται, τις κόρες μου να σέρνουν, να μας πατούνται η θάλαμος και στον φρικτόν αγώνα να σκαν τα βρέφη κατά γης.
•    12. Η κυρα-Μαρία δε γνώριζε τίποτε για την τύχη του μικρού της αδελφού Αχιλλέα. είχαν αποχωριστεί από τα παιδικά τους χρόνια, αμέσως μετά τον ξεριζωμό.


Παναγιώτα Μπάτσιου - Άντσου

πηγή :
"Θεοδρομία" - τριμηνιαία έκδοση ορθοδόξου διδαχής


Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

θεατρικές προσπάθειες των Ποντίων

➤ από τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς, οι Πόντιοι συνέχι­σαν να ασχολούνται με το θέατρο, όπως στον Πόντο και τη νότια Ρωσία, οργανώνοντας ερασιτεχνικές παραστάσεις, όσο το δυνατόν πιο ευπρόσωπες, συγκινώντας, όμως, πάντοτε τους θεατές, που ήταν τότε οι πρόσφυγες της πρώτης γενιάς και με τη θεατρική παράσταση που μιλούσε για τον Πόντο, στην ποντιακή διάλεκτο, ταξίδευαν νοερά στις αλησμόνητες πατρίδες.

➤ πιο οργανωμένα και σχεδόν επαγγελματικά δόθηκαν ποντιακές θεατρικές παραστάσεις μέσα στη δεκαετία του 1940, οπότε ιδρύθη­καν δύο θεατρικοί όμιλοι, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ουσι­αστικά, οι δύο όμιλοι δραστηριοποιήθηκαν θεατρικά μετά το 1950, περίοδο που εμφανίστηκε ως θεατρικός συγγραφέας μέσα από το πε­ριοδικό «Ποντιακή Εστία» ο Φίλων Κτενίδης, που έγραψε πολλά έργα, τα οποία συγκινούσαν το θεατρικά κοινό των Ποντίων, γιατί αναφέρονταν στις αλησμόνητες πατρίδες με νοσταλγία (αροθυμία), την οποία ένιωθαν έντονα, τότε, οι πρόσφυγες της πρώτης γενιάς.

Μέλη του Ποντιακού Θεατρικού Ομίλου Αθηνών και άλλοι, σε γλέντι στην Κατερίνη.
Ανάμεσά τους γνωστά ονόματα του ποντιακού θεάτρου,
ο Πόλυς Χάιτας (1), ο Νίκος Σπανίδης (2), η Αλεξάνδρα Χατζηκίδου,
η Όλια Μαυροκεφαλίδου, ο Χρήστος Δημάρχου, ο Στέλιος Ξανδόπουλος
και ο λυράρης Νίκος Παπαβραμίδης (3)
Ο Ποντιακός Θεατρικός Όμιλος Αθηνών, ο πλήρης τίτλος του οποίου ήταν: Ελληνικός Ποντιακός Θεατρικός Όμιλος Αθηνών, ιδρύθηκε το 1949, με έδρα την Καλλιθέα Αττικής.

Καλλιτεχνικός διευθυντής του ήταν ο λογοτέχνης Κώστας Καλλίδης, ο οποίος ήταν αριστερών φρονημάτων και δεν μπορούσε να αποδώσει όσο χρεια­ζόταν, γιατί το μετεμφυλιακό κράτος τον εξόρισε επανειλημμένως.

Την επιτροπή αποτελούσαν τα γνωστά ονόματα του ποντιακού θε­άτρου Πόλυς Χάιτας, Μιχάλης Κοταλακίδης, Χρίστος Δημάρχου (ηθοποιός, ζωγράφος και σκιτσογράφος) και Κώστας Καλλίδης. Το 1961 ανέλαβε καλλιτεχνικός διευθυντής ο δημοσιογράφος Νίκος Καπνάς, ο οποίος το 1951 έβγαζε μαζί με τον Γιώργο Λαμψίδη το περιοδικό «Το ποντιακά θέατρο» - μετέπειτα «Το Ποντιακά».

Το 1967 μετονομάστηκε σε Καλλιτεχνικό Οργανισμό Ποντίων Αθηνών (ΚΟΠΑ), με πρόεδρο τον ποιητή Ηλία Τσιρκινίδη. Με την ονομασία αυτή λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Κάθε χρόνο προ­κηρύσσει διαγωνισμό για τη συγγραφή ποντιακών θεατρικών έργων.

Τον θίασο αποτελούσαν οι: Νίκος Σπανίδης (συνιδρυτής το 1940 και του Θεατρικού Ομίλου Θεσσαλονίκης), Πόλυς Χάιτας, Αραβέλα Σπανίδου, Αλεξάνδρα Χατζηκίδου, Ν. Ερμείδου, Τασούλα Ελευθεριάδου, Γεωργία Ελευθεριάδου, Όλγα Κυριακίδου, Ανθούλα Τσουχνικά, Παρασκευάς Φιλιππίδης, Μαρία Λεωνίδου, Χρήστος Λεωνίδης, Παναγιώτης Τσουχνικάς, Ελευθέριος Αθανασιάδης, Θε­όδωρος Τσομίδης, Σταύρος Δεληκάρης, Χρήστος Μουρατίδης, Πα­ναγιώτης Σαραφίδης, Κώστας Τσορμπατσίδης, Θεόδωρος Κριεζής, Στ. Ξανθόπουλος, Κώστας Σιαμίδης, Όλια Μαυροκεφαλίδου, Θ. Πετρίδης, Γιώργος Γιαμάκης (Ζωρζέτος Βάρδας), Κώστας Καλλί­δης.

Ο Ποντιακός Θεατρικός Όμιλος Θεσσαλονίκης ιδρύθη­κε - όπως προαναφέρθηκε - το 1940 στη Θεσσαλονίκη. Ιδρυτές του ήταν ο Νίκος Σπανίδης, ο Ηρακλής Κοκοζίδης και ο Γιώργος Τσουλφάς.

Το 1946, ο θίασος προσαρτήθηκε στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλο­νίκης. Με σκηνοθέτη τον Γιώργο Τσουλφά και πρωταγωνιστές τον Νίκο Σπανίδη, τον Ηρακλή Κοκοζίδη και τον ίδιο τον σκηνοθέτη, περιόδευσε πολλές φορές σε ολόκληρη τη Μακεδονία και αρκετές φορές στην Αθήνα, παρουσιάζοντας, κυρίως, έργα του Φίλωνα Κτενίδη, ο οποίος, κατά κάποιο τρόπο, επιβλήθηκε με το έργο και την προσωπικότητά του.

Κατά καιρούς - από το 1940 έως το 1970 - συμμετείχαν στον θίασο ο Νίκος Σπανίδης, Ηρακλής Κοκοζί­δης, Γιώργος Τσουλφάς, Πόλυς Χάιτας, Μιχάλης Κυνηγόπουλος, Παναγιώτα Παναγιωτίδου, Σέβα Τσουλφά, Ανέστης Τσουλφάς, Φρόσω Καϊλατζίδου, Ράγια Σπανίδου, Λάζαρος Λαζαρίδης, Αγά­πη Κωνσταντινίδου-Αποστολίδου, Κατερίνα Αποστολίδου, Ελένη Πουλουλίδου, Μαρία Πουλουλίδου, Μαίρη Παπαδοπούλου, Μαίρη Καζαντζίδου, Βάσω Πανίδου, Παναγιώτης Κωτίδης, Νίκος Καραπαναγιωτίδης, Γιάννης Τσαβταρίδης, Σοφία Σιταρίδου, Στάθης Βουτυράς, Βάσω Φωλτοπούλου, Ρούλα Κουλαουζίδου, Στέλιος Κυριακίδης, Ηλίας Αφεντουλίδης, Σοφία Αφεντουλίδου, Τρύφων Κριεζής, Βάνιας Υγρόπουλος, Καίτη Αηδονίδου, Δημήτρης Παρασκευόπουλος, Αννα Σιμονοπούλου, Στέλιος Τελίδης, Νίκος Ταχταλίδης, Αχιλλέας Βασιλειάδης. Ως λυράρηδες συμμετείχαν ο Γώγον (Γιώργος Πετρίδης) και ο Κωστίκας (Κώστας Κωνσταντινίδης). Φροντιστής ήταν για ένα διάστημα ο Άγγελος Πανίδης.

Πάνος Καϊσίδης
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας


πηγή : santeos
http://santeos.blogspot.gr/2012/08/blog-post_6387.html?m=0

Παναγία Σουμελά Βερμίου 12.10.2017



















 

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

το βουνό Θήχης του Ξενοφώντος : εκδοχή της Σάντας

πρώτη δημοσίευση 31.3.2016

γράφει ο Μιλτιάδης Κ. Νυμφόπουλος στο βιβλίο του "ιστορία της Σάντας του Πόντου" :

Το όρος Καρά Καπάν της Σάντας το είχαν οι πατέρες μας για τον "Θήχη" του Ξενοφώντα και με το δίκιο τους. Γι αυτό έγινε μιά σοβαρή συζήτηση μεταξύ των διανοουμένων της Σάντας κατά τό 1893, την οποία συζήτηση εμείς αν και μικροί στην ηλικία την παρακολουθήσαμε άγρυπνα. Συζητητές ήσαν οι Σπύρος Μαντίδης, Χαράλαμπος Τσαντεκίδης, Γεράσιμος Μωυσιάδης, Δαμιανός Πιστοφίδης, Τιμόθεος Ιακωβίδης, Κων/τίνος Νυμφόπουλος και λίγοι άλλοι.

➤ οι μακάριοι αυτοί άνδρες ανέβηκαν στα Κρεπέγαδα κι' εκεί πού γλεντούσαν και κοίταζαν κατά τα βουνά μας Ζιαρέτ Ταγ και Καρά Καπάν άρχισαν τη συζήτηση.

➤ ο Σπύρος Μαντίδης λέγει: "Παιδιά αρκετά κουραστήκαμε με την έρευ­να της αρχαιότητας της Σάντας, και τέλος καταλήξαμε στο συμπέρασμα πώς ή Σάντα κατοικήθηκε μόνιμα από την εποχή του δέκατου διωγμού των Χριστιανών και ονομάστηκε Σάντα (Αγία) γιατί έσωσε την ζωή χιλιάδων Χριστιανών και τότε και ύστερα. Τώρα, ας συζητήσουμε για το όρος "ο Θήχης" του Ξενοφώντα. Ο Σάββας Ιωαννίδης όπως ξέρετε λέγει ότι ο Θή­χης είναι το όρος Κατιρλή Ταγ κοντά στο Βατούμ, άλλοι ξένοι ιστορικοί λένε πως ο Θήχης είναι ο Αεσέρ, και μερικοί δικοί μας χωρίς θάρρος ιστο­ρικό και χωρίς να κάμουν επιτόπια έρευνα παραδέχονται ασυζήτητη τις γνώμες των ξένων ιστορικών, γιατί οι ξένοι αυτοί ιστορικοί συμβαίνει να είναι Ευρωπαίοι, και αφού είναι Ευρωπαίοι ας παν να πουν όλου του κό­σμου τα ψέματα.
Κρίμα! Εγώ σχημάτισα τη γνώμη πως ο Θήχης είναι αυ­τό το δικό μας Καράκαπαν, γιατί, άπ’ το Καράκαπαν περνούσε ο μόνος καλοκαιρινός δημόσιος δρόμος (Κερβάν γιολ) απ' τα παλιά τα χρόνια ως την σημερινή μας εποχή, και γιατί υπάρχουν και πολλοί άλλοι λόγοι, τους οποίους έχομε πατριωτικό καθήκον ν' αναπτύξουμε εδώ".

➤ ο Κων. Νυμφόπουλος λέγει: "Είναι αξιέπαινος ο δάσκαλος μας Σ. Μαντίδης πού ανακινεί συχνά τέτοια ζητήματα. Συμφωνώ με τήν γνώμη του για τούς παρακάτω λόγους:

  • 1ον Το δικό μας Καράκαπαν όπως και το Ζιαρέτ Ταγ κείνται επάνω στην πρώτη από το εσωτερικό της Βαϊβούρτης (αρχαίας Γυμνιάδος) κορυφογραμμή του Παρυάδρη, και άπ’ αυτά φαίνε­ται γιά πρώτη φορά ή θάλασσα.
  • 2ον Ή κορφή προ παντός του Κα­ράκαπαν είναι όσο καμιά άλλη κορφή της βουνοσειράς του Παρυάδρη προσβατή σε στρατό μέ γυναίκες υποζύγια, και αποσκευές, όπως ήσαν οι. Μύ­ριοι.
  • 3ον Τό Καράκαπαν σύμφωνα με την διήγηση του Ξενοφώντα απέ­χει 5 μέρες από τήν Βαϊβούρτη, καί πράγματι οι Μύριοι απασχολημένοι μέ τήν λεηλασία της εχθρικής χώρας μόλις σε 5 μέρες μπορούσαν νά φτάσουν από την Γυμνιάδα ως το Καράκαπαν της Σάντας.
  • 4ον Πίσω άπ' την κορφή του Αεσέρ πέφτουν τά βουνά της περιφέρειας Κιουμουσχανέ πού είναι πετρώδη και ακατάλληλα για στρατιωτικές κινήσεις, ενώ πίσω απ' το δικό μας Καράκαπαν βρίσκονται εκτάσεις πεδινές κατάλληλες για τέτοιον σκοπό.
  • 5ον Άπό δώ καί πέρα ας παρακολουθήσουμε τόν Ξενοφών­τα. Ύστερα άπ' τον Θήχην πήραν δρόμο οι Μύριοι κατά τήν χώρα τών Μακρώνων, τήν σημερινή Ματσούκα, την οποίαν χώριζαν απ' την χώρα των Σκυθηνών το οροπέδιο Μετσίτ και ο ποταμός Πυξίτης από τις πηγές του ως τις εκβολές του.


➤ το χωριό πού έδειξε στους Έλληνες ο οδηγός για να κα­τασκηνώσουν φαίνεται θα έκειτο στην χαμηλότερη κοιλάδα του Μετσίτ προς τα δυτικά, κατά την διεύθυνση του Τσαμέ πογάζ, και από κει πήραν οι Μύριοι τον δρόμο της σημερινής Λαραχανής. Κατέβηκαν λοιπόν την πρώτη μέρα στην συμβολή των ποταμών Πυξίτη και Νικάχολα, εκεί όπου κείται το ση­μερινό Κουσπιδή, καί στα μεν δεξιά τούς είχαν χωρίον χαλεπώτατον τό απρόσιτο βουνό της Λιβεράς, όπου ήταν της μοίρας τους νά μάχονται αργότερα μέ τούς Δρίλας, στα δε αριστερά τους θά είχαν τόν ποταμό Νικάχολα, στον οποίον χυνόταν ό ορίζων ποταμός Πυξίτης.

➤ φαίνεται δεν πήραν οί Μύριοι τήν ευθείαν από Καράκαπαν εις Λιβεράν και Ματσούκαν γιά στρατηγικούς λόγους, και έκαμαν μεγάλη καμπή από Τσαμέ πογάζ του Μετσίτ καί Λαραχανή. Εκεί στην συμβολή των δυο πο­ταμών δυσκολεύθηκαν λιγάκι καί ήθελαν νά βγουν από κει όσο τό δυνατόν νωρίτερα, γιατί βρίσκονταν μεταξύ δύο εχθρών, τών Δριλών από τά δεξιά και τών Μακρώνων από τ’ αριστερά. 0ι Μάκρωνες παραφύλαγαν στην αντικρινή όχθη του ποταμού Πυξίτη, πιθανόν στην περιφέρεια τών σημερινών χωρίων Άγουρσα, Χορτοκόπ, Δανίαχα, Χάτσάβερα, Μάγουρα. Ύστερα από τήν συνεννόηση τους μέ τους Μάκρωνας οι Μύριοι έφτασαν στα σύνορα τών Κόλχων, όπου ήν όρος μέγαν, το Μίλ Ταγ. Στό Μίλ Ταγ α­παραιτήτως παρατάχθηκαν οί Κόλχοι, και οι Μύριοι ανέβαιναν τό βουνό γιά νά τους συναντήσουν καί νά τούς πολεμήσουν.

➤ εκεί λοιπόν "οί Έλληνες εστρατοπεδεύοντο έν πολλαίς κώμαις καί τα επιτήδεια πολλά έχούσαις. Δηλ. ανεβαίνοντας οί Έλληνες στρατοπέδευαν στα σημερινά χωρία του Τσικανόϊ και τής Όλασας πού είχαν άφθονα τά επιτήδεια. Ύστερα από τήν κατατρόπωση των Κόλχων στο Μίλ Ταγ (*) έφαγαν οί Μύριοι από το μαινόμενο μέλι τους πού βρισκόταν άφθονο εκεί εξ αιτίας της πυκνής αζαλέας τού Τσικανόϊ και τήν έπαθαν χιώτικα. Δεν πέρασαν πολλές μέρες και οί Μύριοι κατά παρακίνηση τών Ελλήνων αποίκων της Τραπεζούντας πολέμησαν τούς Δρίλας στην οχυρωμένη Λιβερά καί τούς αφάνισαν. Τά ανωτέρω συμφωνούν μέ τήν αφήγηση τού Ξενοφώντα. Από όλα αυτά που είπαμε βγαίνει τό συμπέρασμα ότι ο θήχης είναι τό δικό μας Καράκαπαν".

➤ ο Δαμιανός Πιστοφίδης λέγει: "Η γνώμη του Νυμφόπουλου έχει βάσεις ιστορικές καί δέ μπορούμε να την αποκρούσωμε. Και εγώ είμαι βέβαιος ότι οί Μύριοι μέσα στις τόσες τους περιπέτειες απόφευγαν τις απρόσιτες τοποθεσίες, αν δε υποσχέθηκε ο οδηγός στους Μύριους νά τούς δείξει μέσα σε 5 μέρες από κάποιο βουνό την θάλασσα, θα προτιμούσε βέβαια από κάθε άλλο βουνό της κορυφογραμμής του Παρυάδρη το δικό μας προσβατό Καράκαπαν, από την κορφή τού οποίου και από τις ανατολικές του υπώρειες φαίνεται για πρώτη φορά η θάλασσα".

➤ ο Τιμ. Ιακωβίδης λέγει: "Καί μόνη η χρησιμοποίηση από τα καραβάνια του δρόμου Καράκαπαν από χιλιάδες χρόνια ως σήμερα, μαρτυράει αλάνθαστα πως ο Θήχης του Ξενοφώντα είναι το δικό μας Καράκαπαν" - γνώμη μας : λογικοφανές αυτό το επιχείρημα.

➤ ο Χαραλ. Τσαντεκίδης λέγει: "Και μόνη ή ύπαρξη πεδινών εκτάσεων καταλλήλων για στρατιωτικές κινήσεις πίσω από τα δικά μας βουνά Καράκαπαν καί Ζιαρέτ ταγ μαρτυράει πώς ο Θήχης του Ξενοφώντα είναι το δικό μας Καράκαπαν"

➤ δευτερολογεί ό Κ. Νυμφόπουλος: "Μάλιστα, έχετε δίκαιο όλοι σας γιατί τά είπατε ξάστερα. Είναι αλήθεια ότι ενώνει τήν Βαϊβούρτη με τό δικό μας Καράκαπαν ένας αυτοσχεδίαστος και μοναδικός αμαξιτός δρόμος, ο οποίος διασχίζει πεδινές εκτάσεις και από τον οποίον μπορούν νά περά­σουν όχι μονάχα υποζύγια, αλλά και δίτροχα και τετράτροχα αμάξια με φορτίον πολλών εκατοντάδων οκάδων, αφού άπ' τον ίδιο δρόμο μας ήρθαν πολλές φορές άπ' τα χωριά τής Βαϊβούρτης μυλόπετρες βάρους 1000 οκά­δων. Ο δρόμος αυτός του Καρά Καπάν τής Σάντας πού ενώνει την Βαϊβούρτην με την Τραπεζούντα είναι καλοκαιρινός, περνά από τις υπώρειες του Καράκαπαν και φτάνει στα οροπέδια της Σάντας. Ώστε εξάπαντος θά πή­ραν ετούτο τον καλοκαιρινό δρόμο οί Μύριοι, οι οποίοι κατέβηκαν συνέχεια στο Καζουκλή, στο Μετσίτ, στο Τσαμέ Πογάζ, στην Λαραχανή κλπ.

➤ άλλωσ­τε ό δρόμος αυτός του Καράκαπαν χρησιμοποιήθηκε για το σύντομό του —παίρνει τήν ευθεία Τραπεζούντας - Βαϊβούρτης -—άπ' τα παλιά τα χρόνια ως την εποχή μας για την συγκοινωνία Τραπεζούντας - Εσωτερικού, και τόν λέμε και σήμερα Κερβάν γιολ (δρόμος των καραβανιών), γιατί περνού­σαν χιλιάδες καραβάνια από δω, κατέβαιναν στο Κιμισλή και στ’ Αμπάρια, και από κει μέσον Γαλίανας κατέβαιναν στην Τραπεζούντα.

➤ ο δρόμος τού δικού μας Καράκαπαν αχρηστεύθηκε τώρα που φτιάχτηκε ο αμαξιτός δρό­μος Τραπεζούντας-Ερζερούμ, γιατί αιτία αυτός ό αμαξιτός δρόμος τά τροχοφόρα αντικατέστησαν τά καραβάνια. Ό δρόμος αυτός περνά άπ' τό Χαψήκιοϊ, άπ' το βουνό Ζύγανα, από την Άρτασα, τον Κιουμουσχανέ, την Βαϊβούρτη και φτάνει στό Ερζερούμ και στο εσωτερικό της Αρμενίας, ή­ταν δε άπ' τά παλιά τα χρόνια δρόμος του χειμώνα ή δρόμος της ανάγκης πολύ ανεπιθύμητος, γιατί περνούσε ανάμεσα από τις πετρώδεις και άγονες εκτάσεις της περιφέρειας Κιουμουσχανέ, και γιατί είχε μεγάλη καμπή που τον έκανε 50% μακρύτερο από τον δρόμο Καράκαπαν.

➤ αφού όμως από κτίσεως κόσμου ο Πόντος δεν ευτύχησε να έχει αμαξιτόν δρόμο, τά καραβάνια κατ’ ανάγκην προτιμούσαν κατά το καλοκαίρι από χιλιάδες χρόνια τόν συντομότερο δρόμο, και τέτοιος ήταν ο δρόμος του δικού μας Καράκαπαν. Και αυτόν τόν σύντομο και ευχάριστο καλοκαιρινό δρόμο τον προτίμησαν και οι δικοί μας Μύριοι".

➤ δευτερολογεί ο Σπ. Μαντίδης. "Ευχαριστώ τούς κ.κ. Νυμφόπουλο, Τσαντεκίδην, Πιστοφίδην και τούς άλλους γιά τις ορθές κρίσεις τους. Έχω όμως κάποια αμφιβολία. Αφού θα παραδεχθούμε πως ο Θήχης είναι το δι­κό μας Καράκαπαν, έπρεπε να υπάρχει στην κορφή του ο "Μέγας Κολωνός" των Ελλήνων, εγώ όμως στην κορφή του Καράκαπαν δεν είδα τέτοιο σω­ρό, μόνο είδα πέτρες μεγάλες πεσμένες εδώ κι εκεί". Όλοι τότε, οι μακάριοι εκείνοι άνδρες, απάντησαν ομόφωνα στον Μαντίδη ότι ένας τέτοιος σωρός από πέτρες δεν ήταν δυνατόν να μείνει όρθιος γιά χιλιάδες χρόνια, ότι αυτό δεν μπορεί ν’ αποτελέσει εμπόδιο στην εξακρίβωση της τοποθεσίας τού όρους Θήχη, και ότι όλοι παραδέχονται πως ο Θήχης είναι τό όρος Καράκαπαν τής Σάντας, και πώς ο δήθεν λιθοσωρός του Αεσέρ είναι παραμύθι τής Χαλιμάς



➤ (*) Για το Μίλ Ταγ μας λέγει ό φίλος κ. Τηλέμαχος Πελαγίδης δι­κηγόρος τουρκομαθής τά παρακάτω αξιοσημείωτα: "Οί πατέρες μας έθε­σαν ορθώς τό ζήτημα του Καράκαπαν καί του Μίλ Ταγ. Όσα μάς λένε για το Καράκαπαν έχουν βάση ιστορική σταθερή. Όσα όμως μας λένε για Μίλ Ταγ μάς επιτρέπουν νά συμπεραίνουμε ότι ό ελληνικός λαός του Πόντου πάντοτε αναγνώριζε τό Μίλ Ταγ ώς βουνό τών Μυρίων, κατόπιν οι Τούρκοι ονόμασαν τό βουνό Μύρ Ταγ και κατά παραφθοράν Μίλ Ταγ. Ώστε άθελα τους οι πατέρες μας στάθηκαν κήρυκες της ιστορικής αλήθειας. Άλλωστε, η λέξη Μίλ είναι ανύπαρκτη στό τούρκικο λεξιλόγιο".

➤ σ’ αυτά προθέτομε εμείς τά παρακάτω; «Η γνώμη του κ. Τ. Πελαγίδη ενισχύεται από τό έξης: Ότι οί Μύριοι μέ τήν παρακίνηση των Μακρώνων επιτέθηκαν εναντίον των Κόλχων, ανέβηκαν στό Μίλ Ταγ, παρακάτω καί ανατολικώς του οποίου ήσαν τά χωριά τών Κόλχων, ή γνωριμία δέ αυτή τών Μυρίων μέ τό ονομα­στό Μίλ Ταγ ενωμένη μέ τήν καταστροφή πού προξένησαν οί Μύριοι στους Κόλχους συντέλεσε στό νά εντυπωθεί βαθιά στην μνήμη τών τότε καί των κατοπινών Κόλχων τό όνομα τών Μυρίων, καί έτσι από γενεά σε γενεά έφτασε τό όνομα αυτό στους πρώτους Τούρκους κατακτητές, οι οποίοι στην αρχή ονόμασαν τό βουνό Μύρ ταγ, βουνό των Μυρίων. Αργότερα τό Μύρ παρεφθάρει σέ Μίλ από τό μιλλιόν (εκατομμύριο), γιατί οί Τούρκοι κάθε μεγάλον αριθμό αρέσκονται νά τόν εξισώσουν προς τό μιλλιόν.

➤ επάνω σ’ αυτό συμπληρώνουμε τό έξης περιστατικό: Κατεβαίνοντας κάποτε από τά βουνά μας στην Τραπεζούντα μέ μερικούς Τούρκους χωρικούς τής Γεμουράς τους ακούσαμε να λεν: Εσκή βακουτά πίρ μιλλιόν γιουνάν ασκερί κετστί πού ταγλαρτάν (στα παλιά τα χρόνια ένα εκατομμύριο ελληνικού στρατού-πέρασε άπ’ αυτά τά βουνά). Τά ανωτέρω κρίνονται εποικοδομητικά της ιστορικής αλήθειας, ή οποία θέλει τό Καράκαπαν τής Σάντας γιά τόν "Θήχη του Ξενοφώντα".

➤ Μιλτιάδης Κ. Νυμφόπουλος
"ιστορία της Σάντας του Πόντου"

από την σελίδα του Santeos εδώ


σχετικές αναρτήσεις μας :
• Air Pontus # 10 : Σάντα και ο δρόμος των καραβανιών (Κερβάν Γιόλ) εδώ
• η στράτα των καραβανιών μέσω Ματέν Κρώμνης - Λερί - Μουράτ Χαν εδώ 
• άσκηση επί χάρτου : η πορεία των μυρίων προς τον Πόντο εδώ
• ο πόλεμος για τον Θήχη εδώ 

• οι Μύριοι εις τον Πόντον εδώ

➤ επεξηγήσεις :
• Αε Σέρ (ο κλασικός Θήχης)
• Καρά Καπάν της Ματσούκας
• Καρά Καπάν της Σάντας