Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

αφιέρωμα στην Κρώμνη - 3ο μέρος

3ο μέρος του αφιερώματος
    • πρώτο μέρος εδώ
    • δεύτερο μέρος εδώ
πρώτη δημοσίευση στις 15.2.2015

η φωτογραφία είναι από το Google Earth - Panoramio

➤ τραγούδι
Η Κρώμνη ήταν το λίκνον των ποντιακών τραγουδιών. Κυρίως οι Κρωμναίοι συνέθεταν δίστιχα, αλλά και άλλοι, αν συνέθεταν, στην Κρώμνη έπρεπε να τα διαφημίσουν και να τα λανσάρουν. Κατά το τρίμηνον του καλοκαιριού γινόταν,έκθεση όλων των καινιούργιων σκοπών και τραγουδιών.


Τα Ποντιακά δίστιχα παντού στον Πόντον, τουλάχιστον στην περιοχή Τραπεζούντος και μάλιστα σε μεγάλη ακτίνα τα έλεγαν «Κρωμέτκα τραγωδίας» και ας είχαν ίσως γραφτεί κι ας είχαν τονισθεί αλλού. Αλλά και εδώ στην Ελλάδα αρχικώς τα Ποντιακά τραγούδια διαφημίζονταν στο ραδιόφωνον ως «Κρωμέτκα τραγωδίας», αργότερα όμως εκεντήθη ο εγωισμός των άλλων Ποντίων και εζήτησαν να διαφημίζονται και σαν δικά τους τραγούδια. Άλλωστε, αφού εξέλιπαν το περιβάλλον της Κρώμνης, ο ορίζοντας της Κρώμνης, τα φαγοπότια της Κρώμνης, ο ουρανός, το κλίμα, όλα όσα εχαρακτήριζαν την Κρώμνην του Πόντου, επόμενον ήταν να ατονήσει και ο χαρακτηρισμός των Ποντιακών τραγουδιών ως Κρωμέτκα. Πάντως κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως μόνον στα βουνά της Κρώμνης αντηχούσαν τόσον έντονα και τόσον εντυπωσιακά τα ποντιακά τραγούδια.
    Ο αείμνηστος Φίλων Κτενίδης, τέκνον της χιλιοτραγουδημένης Κρώμνης, στην «Καμπάνα του Πόντου» χαρακτηρίζει την Κρώμνην «τη χαράς το πουλίν» (η φράση είναι: «τη χαράς το κλαδίν τη τραγωδί η μάνα»). Και ήταν πράγματι η Κρώμνη η μάνα του τραγουδιού, που κανείς Πόντιος δεν μπορεί να το αμφισβητήσει.
    «Οι Κρωμέτ οι τραγωδεάντ» και οι Κρωμέτ οι κεμεντσετσήδες», έλεγαν όλοι είναι οι καλύτεροι της περιφερείας. Και αν σε άλλο χωριό Θα παρουσιαζόταν καλός τραγωδιάνος και καλός κεμεντσετζής στην Κρώμνη Θα κατέληγε, στην Κρώμνη Θα πήγαινε το καλοκαίρι, γιατί εκεί Θα εύρισκε έδαφος προβολής και διαφημήσεως.
    Κανένας άλλος τόπος, κανένα άλλο χωριό δεν είχε το κλίμα, δεν είχε το περιβάλλον της ευθυμίας, της χαράς, του τραγουδιού και του γλεντιού όπως η Κρώμνη, που σαν μια αετοφωλιά στους ψηλούς βράχους των πανύψηλων βουνών του Πόντου ενέκλειε το πνεύμα της ελευθερίας και της εθνικής εξάρσεως.
    Ο ανωτέρω μνημονευθείς Φίλων Κτενίδης αναδημοσιεύοντας στην Ποντιακή Εστία, τεύχος 4Οον, την ιστορία της Κρώμνης του Α.Ι. Παρχαρίδη, (ο Α.Ι. Παρχαρίδης, ήτο γιος του Ιωάννη Παρχαρίδη, γυμνασιάρχου, τέκνου της Κρώμνης), σαν πρόλογο και σαν εισήγηση, ιδού τι γράφει για την Κρώμνη.


"ε μαύρον Κρώμ, σα ρασία'ς π'εγεννέθεν και ετράνηνεν, σα χώματα'ς όνταν θάφκεται, τον Παράδεισον ντο να'εφτάει".
                                                
Μέσα σ’ αυτή την αποστροφή του Μήτου προς το χωριό του, στο έργον «Ξενητέας», περικλείεται όλη η αγάπη, όλη η λατρεία κι όλη η υπερηφάνεια που είχαν οι Κρωμναίoι για τον τόπο τους.
Κακόμοιρη Κρώμνη! Εκείνος που γεννήθηκε και μεγάλωσε στα βουνά σου τί τον Θέλει τον Παράδεισο, αν έχει την τύχη να τον θάψουν στο χώμα σου! Όνειρο και ευχή. Να γεννηθεί στην Κρώμνη, να περάσει στα βουνά της τη ζωή του και να ταφεί στο χώμα της!
Μια αγάπη απέραντη, σαν τον ατέλειωτον ορίζοντα του χωριού του, βαθιά σαν τις χαράδρες του, μεγάλη σαν το ύψος των βουνών του, πολύμορφη και πολυσύνθετη σαν τα πολύχρωμα αγριολούλουδα των κάμπων του, γλυκιά σαν τον αγέρα των λαγκαδιών του και ξεκάθαρη σαν τον ουρανό του, γέμιζε την ψυχή του ξένοιαστου, του απλού, του φτωχού και περήφανου κατοίκου, του γραφικού στην απλότητα των γραμμών και του κυματισμού των γηλόφων και του κελαρύσματος των νερών, του πολυτραγουδημένου εκείνου χωριού που το ‘λεγαν Κρώμνη.
    Το χωριό αυτό, αν έγινε ξακουστό, αυτό το χρωστά στην αγάπη όχι μόνον των κατοίκων του, μα και στην αγάπη όλου του Πόντου, όλων των Ποντίων που γνώρισαν, που έζησαν, έστω και για λίγες μέρες κάτω από τον πάντα ασυννέφιαστο ουρανό του.
Και δεν ήταν μόνο το έξοχο κλίμα του και τα κρύα νερά του, και τα πρόσχαρα και ολόφωτα τοπία του, και το τραγούδι του και τα γλεντοκοπήματά του που το ’καναν τόσο αγαπητό σ’ ολόκληρο τον Πόντο. Ήταν και κάτι άλλο πιο πνευματικό, πιο ψυχικό.
    Ήταν ο αγέρας της ελευθερίας» που ανέπνεε κανείς σ’ εκείνην την απόμερη αετοφωλιά. Ήταν από τα ολίγα, τα απόλυτα Ελληνικά, χωρίς ίχνος Τούρκου, χωριό. Άφοβα, ξένοιαστα, άνοιγε η ψυχή και το στόμα του Ρωμηού στον ελεύθερό του αέρα. Οι Τούρκοι ειρωνικά τ’ ονόμαζαν «Κιουτζιούκ Γουνανιστάν», Μικρή Ελλάδα.
    Και πράγματι ήταν ένα κομμάτι από την ελεύθερη Ελλάδα, που ο Θεός του έθνους ξεμονιάχιασε εκεί πάνω στα βουνά του Παρυάδρη, στο βάθος του Πόντου, για να δοκιμάσουν παροδικά κάποτε την γλύκα της ελληνικής ελευθεριάς και τα σκλαβωμένα παιδιά του, όσα είχαν την τύχη να το επισκεφθούν. Και είναι γεγονός ότι δεν υπήρξε άλλο χωριό στον Πόντο, που να γνώρισε τόσους Ποντίους απ’ όλες τις Περιφέρειες, όσο η Κρώμνη, παρ’ όλες τις αποστάσεις και τις δυσκολίες της συγκοινωνίας.
    Όπως, σαν ξεκινούσε ο Πόντιος για τα Ιεροσόλυμα ήξερε πως πάει για προσευχή και για προσκύνημα, έτσι ξεκινώντας για την Κρώμνη, ήξερε πως πάει για τον τόπο της ξενοιασιάς του γλεντιού του τραγουδιού και της χαράς.
Και δεν είχε άδικο. Και κανένας ποτέ δεν γελάστηκε σ’ αυτή του τη μεγάλη προσδοκία.  Ίσως γι αυτό, οι κάτοικοι του χωριού εκείνου να είναι σήμερα οι πιο πικραμένοι Έλληνες από εκείνους που έχουν χάσει τον τόπο τους. Γιατί αυτοί μαζί με τον τόπο, έχασαν και τη χαρά την πραγματική της ζωής, που είχε πατρίδα την πατρίδα των.
 

το θλιβερό ξερίζωμα
Η περίοδος 1914-1924 είναι γεμάτη από γεγονότα θλιβερά, απαίσια, τραγικά. Η επιστράτευση, ο οικονομικός μαρασμός, η δυστυχία, η πείνα, οι καταπιέσεις, οι διωγμοί, η σφαγή των Αρμενίων, η συστηματική εξόντωση χιλιάδων συνανθρώπων είναι τα γνωρίσματα της περιόδου αυτής, είναι ο χαρακτηρισμός της. Αιτιάματα κατά του δυνάστου, που είναι κυρίαρχος του τόπου, όπου λαμβάνουν χώρα. Και όμως ο τόπος αυτός είναι πατρίδα σου. Και η πατρίδα πάντα σου φαίνεται ωραία.
    Δυο χώρες με απόλυτες αντιθέσεις στα φυσικά τους γνωρίσματα είναι εξίσου λατρευτές σε κείνους, που τις έχουν πατρίδα. Η Κρώμνη, με τους ολοκάθαρους ουρανούς και τις βαθειές χαράδρες, γίνεται αγαπητή στους κατοίκους και υμνείται και η Ματσούκα, τυλιγμένη μέσα στην ομίχλη και τριγυρισμένη με πυκνά δάση συγκινεί τον Ματσουκάτεν και δονεί την ψυχή του από ενθουσιασμό και υπερηφάνεια με τις ομορφιές της πατρίδος του.
   Κι όταν αντιξοότητες γεννούν πίκρες και βάσανα, πάλιν γλυκειά είναι η πατρίδα κι αν είναι της μοίρας να την αφήνουν για πάντα, γεννάται στην ψυχή ο πόνος και ο μαρασμός και σφίγγει η νοσταλγία, που σε κάνει αδιάφορο μπρος σ’ όλα τα καλά του άλλου κόσμου. Δεν μιλάμε για την σημερινή εποχή, όπου κυριαρχεί ο υλισμός και δεν υπάρχουν τα ιδανικά με τα οποία εγαλουχήθηκαν και εμεγάλωσαν άλλες γεννεές. Μιλάμε για την εποχή εκείνη, που εκυριαρχούσαν τα αγνά ιδανικά, όπου ο άνθρωπος το πίστευε και το ένοιωθε ότι «πατρός τε και μητρός... τιμιότερον και αγιότερον η πατρίς»
    Όσο και αν το πήραν οι Κρωμναίοι σαν τετελεσμένο γεγονός ότι αποχωρίζονται οριστικά την πατρίδα και περίμεναν την ημέρα της αναχωρήσεως, ζούσαν με την ευχή της απομακρύνσεως κατά το δυνατόν της ημέρας αυτής. Και πίστευαν ότι Θα ζούσαν στη πατρίδα τους ως την άνοιξη. Όλως όμως απρόοπτα την ημέρα των Θεοφανείων, αργά το βράδυ, ήρθε η είδηση πως μέσα σε δέκα πέντε μέρες Θα φύγουν όλοι οι Ρωμηοί για την Τραπεζούντα.
   Ένα απόσπασμα τζανταρμάδων έφθασε στην Κρώμνη. Ο επικεφαλής του αποσπάσματος, τσαούσης, ένας φανατικός και άγριος Τούρκος, είχε όλην την πρωτοβουλία για την εκτέλεση της διαταγής. Η παρουσία του Μουτήρη της Κρώμνης τον άφησε εντελώς αδιάφορο. Αυτός διέταξε κι αυτός εκτελούσε. Απαιτούσε την αυστηρή εφαρμογή της διαταγής μέσα στα χρονικά όρια που έταζε.
    Ούτε μια μέρα αναβολή. Καταστρωμένο σχέδιο της εκκενώσεως του χωριού μέσα στην καρδιά του χειμώνα, για να δυσχεραίνεται η μεταφορά των αποσκευών και των αγελάδων και να γίνουν αυτά βορά των καραδοκούντων Τούρκων. Και για να επισπευθεί η αναχώρηση των εκδιωμένων κατέφθασαν στην Κρώμνη και την Ίμερα πολλοί Τούρκοι αγωγιάτες για τη μεταφορά. Οι Ιμεραίoι το πήραν απόφαση και δεν εχρονοτρίβησαν. Στο διάστημα των οκτώ ημερών ετοιμάστηκαν και την 1η Ιανουαρίου του 1924 η Ίμερα εξεκενώθη.   Οι κάτοικοι αποχαιρέτησαν την πατρίδα τους, την νοικοκυρεμένη Ίμερα, με τις στολισμένες εκκλησίες, άφησαν φρουρό τον Αγιάννην. Το μοναστήρι, και μέσω Πέντε Εκκλησιών - Άρδασας - Ζύγανας - Χαμψί-Κιοi - Τζεβιζλίκ έφθασαν στην Τραπεζούντα, όπου στεγάστηκαν προσωρινά, άλλοι στο Μετόχι κι άλλοι σε σπίτια.
    Οι Κρωμναίoι επίστευαν ότι, παρά την άρνηση του αποσπασματάρχη, αν ενεργούσαν, ήτο δυνατόν να παραμείνουν ως την άνοιξη και να φύγουν τότε μέσω Λαραχανής, για να αποκομίσουν όσο το δυνατόν περισσότερες αποσκευές και κυρίως να μεταφέρουν τις αγελάδες των, που πάντοτε στα δύσκολα αυτά τελευταία χρόνια υπήρξαν η σωτηρία τους.
    Ανεχώρησε αμέσως ο Αχιλλεύς Φιρτινίδης στην Άρδασα. Και κατόρθωσε μεν να αποσπάσει διαταγή από τον καϊμακάμη για να ανασταλεί η αναχώρηση και ο αποσπασμαρτάρχης με θυμούς και βρισιές ανεχώρησε αμέσως, αλλ’ ύστερα από λίγες μέρες ήρθε νέα διαταγή αμέσου αναχωρήσεως των Κρωμναίων. Οι ίδιοι οι αγωγιάτες που μετέφεραν τους Ιμεραίους και άλλοι ακόμη κατέφθασαν.
Τώρα και οι Κρωμναίοι το πήραν απόφαση. Δεν Πρόκειται πια να παρακαλέσουν. Θα φύγουν. Και ετοιμάζονται χωρίς χρονοτριβή.
    Την 3Ιην Ιανουαρίου ο γράφων κατέβηκε στις Πέντε Εκκλησίες, σ’ έναν Τούρκον, φίλον του θείου του, του Αχιλ. Φιρτινίδη, για να ετοιμάσει κατάλυμα, για την οικογένειά τους. Επέστρεψε προς τα ξημερώματα πάλι προς την Κρώμνη, όπου πρόλαβε κοντά στα Ζεμπερέκια όλο το καραβάνι του χωριού, που έφευγαν οριστικά από την Κρώμνην και που την άφηναν για πάντα και δεν Θα την ξανάβλεπαν. Πίσω από όλους, τελευταίος ερχόταν ο Αχιλλεύς Φιρτινίδης. Ο γράφων στάθηκε μαζί του για λίγα λεπτά, ενώ το καραβάνι συνέχιζε τον δρόμο, έριξε για τελευταία φορά τη ματιά του στα κάτασπρα βουνά της Κρώμνης, ατένισε τον καταγάλανο ουρανό, έστειλε τον τελευταίο χαιρετισμό στο χωριό και αμίλητος ακολούθησε τους συγχωριανούς, που άφηναν τις προγονικές εστίες με την απόφαση και την ελπίδα να φθάσουν στη μεγάλη Πατρίδα, να δημιουργήσουν καινούργιες εστίες και να ζήσουν ελεύθεροι, χωρίς άγχος, χωρίς φόβους και καρδιοκτύπια.
    Η Κρώμνη έσβησε, δεν υπάρχει πια. Εκεί που επί πολλές εκατονταετηρίδες σφριγούσε η ζωή, τώρα απλώθηκε απέραντη ερημιά και σιωπή. Και μόνον όταν Θα περνούν από κει διαβάτες για πολλά χρόνια Θα θυμούνται πως εκεί κάποτε ανθούσε ένα χωριό, που ήτο ξακουστό σε όλον τον Πόντον σε Ρωμιούς και Τούρκους και που ζούσε με τόση ελευθερία, ώστε κατέκτησε τον κατακτητή και οι Τούρκοι του χάρισαν την επωνυμίαν «Κιουτσούκ Τιουνανιστάν».
 

οι τελευταίοι κάτοικοι της Κρώμνης
Η αραίωση του πληθυσμού ήταν γενική για όλη την Κρώμνη και εξακολουθούσε να συνεχίζεται και μετά το 1917.
Την εποχή της ανταλλαγής, σε όλην την Κρώμνην δεν απέμειναν ούτε εκατό οικογένειες. Και είναι οι οικογένειες που ένοιωσαν πιο έντονα τον πόνο του χωρισμού της χαμένης πατρίδας. Αυτές είδαν τα συντρίμμια της καταστροφής των εστιών, που δημιούργησαν γενεές γενεών επί πολλές εκατονταετηρίδες. Είναι αυτές που με σπαραγμό στην καρδιά αποχαιρέτησαν για τελευταία φορά τα βουνά και τα λαγκάδια, τον καταγάλανο ουρανό και τα χιονισμένα εκείνην την εποχή χωράφια, είναι αυτές που έχυσαν το ζεστό τους δάκρυ πάνω στους τάφους των προγόνων τους, που εφίλησαν το κατώφλι του σπιτιού τους που σταυρακοπήθηκαν στο τελευταίο αντίκρυσμα των ερημωθεισών εκκλησιών, είναι αυτές που πήραν τον πόνο του χωρισμού και τον έφεραν μαζί τους, για να μένει ανίατη νοσταλγία στις ψυχές και να τις συνοδέψει ως την τελευταία πνοή τους.
    Στην Τραπεζούντα βρήκαν λίγες ακόμη οικογένειες Κρωμναίων, στις οποίες μετέφεραν τον σπαρακτικό χαιρετισμό της χαμένης πατρίδος και μετέδωκαν την θλίψη και οδύνη του παντοτεινού αποχαιρετισμού.
    Στην Τραπεζούντα συστήθηκε προσωρινά Επιτροπή Ανταλλαγής.  Έργον της επιτροπής αυτής ήταν να καταγράψει σε καταστάσεις κατά χωριά και κατά κατηγορίας (ά,΄β και ΄γ) ανάλογα με την οικονομική αντοχή όλους τους Έλληνες, που εγκατέλειψαν τις εστίες των και συγκεντρώθηκαν στην Τραπεζούντα, για να αναχωρήσουν από εκεί για την οριστική τους εγκατάσταση στην Ελλάδα. Έτσι η επιτροπή προετοίμαζε το έργο του Υπουργείου Προνοίας της Ελλάδας, που απέστειλε πλοία προς παραλαβή των προσφύγων. Στις καταστάσεις αυτές της επιτροπής μόλις 110 οικογένειες Κρωμναίων καταγράφηκαν, αυτές που κατέβηκαν από την Κρώμνη και σε άλλες που βρίσκονταν στην Τραπεζούντα. Όλοι οι λοιποί Κρωμναίοι κατήλθαν στην Ελλάδα κατ’ ευθείαν από την Ρωσία, όπου είχαν καταφύγει καθ’ όλον το διάστημα από το 1878, ακολούθως από το 1900 και προ πάντων από το 1917. Στην Ελλάδα οι Κρωμναίοι σε κανένα μέρος δεν εσχημάτισαν αμιγή Κρωμναίον «Κρωμέτκον» συνοικισμόν, αλλά διεσπάρησαν παντού, περισσότερον από κάθε άλλο χωριό του Πόντου. Μονάχα στην Καλαμαριά εγκατεστάθηκαν αρκετές οικογένειες Κρωμναίων, γι’ αυτό και στην Καλαμαριά διεσώθηκαν ως τώρα ήθη και έθιμα της Πατρίδος. Και μόνον αυτού στις εκδηλώσεις της ζωής νοιώθεις ατμόσφαιρα καθαρώς Κρωμέτικη. Και στη Δράμα ιδρύθηκε ωραία κηπούπολη με το όνομα «Νέα Κρώμνη» αλλά λίγες οικογένειες Κρωμναίων εγκατεστάθηκαν εκεί.
 

Κρώμνη
Αυτή ήταν η Κρώμνη με τις εννέα ενορίες της και τους συνοικισμούς της, το χιλιοτραγουδημένο χωριό του Πόντου, που ξεχώριζε απ’ όλα τα άλλα χωριά, όχι μόνο για το υπέροχο κλίμα του με τα κρύα νερά του, τον καταγάλανο ουρανό, που μάγευε εκείνον που ήξερε να τον παρατηρεί, με τα θαυμαστά τοπία του, που έκαναν τον επισκέπτη να περιπίπτει από θαυμασμό σε έκταση, αλλά και για τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα, που ίσως μόνο αυτό το χωριό παρουσίαζε. Να είναι δηλαδή η ζωή μια συνεχής απόλαυση, ένα παντοτεινό γλέντι, γιατί όσο κι’ αν ο Τούρκος εξουσίαζε τον τόπον, η σκλαβιά ήταν ανύπαρκτη κι’ ένας μυρωμένος αέρας εθνικής Ελευθεριάς εδρόσιζε και ζωογονούσε πάντα που ήθελε να περάσει αμέριμνα ένα καλοκαίρι στον τόπο εκείνο, όπου ο κατακτητής άθελά του ένοιωθε επάνω του την άσκηση μιας μαγικής δυνάμεως, για την αφαίρεση της εξουσίας και ένοιωθε ακόμη την ενσυνείδητη παρά την επιθυμία του παραχώρηση ελευθερίας, εθνικής Ελληνικής Ελευθερίας στους ανθρώπους, που από σκλάβοι γίνονταν εξουσιαστές της επιΘυμίας των. Ένοιωθαν οι Τούρκοι πως άλλος αγέρας φυσούσε στα βουνά της Κρώμνης, άλλο πνεύμα επικρατεί, άλλη ζωή υπάρχει, ζωή αδούλωτη και υπερήφανη. Και αναγκάζονταν χωρίς να θέλουν να απομακρύνουν από μέσα τους την σκέψη, να ονομάζουν το μέρος, όπου αδελφωμένοι με τους Ρωμιούς, τους Γκιαούρηδες διασκέδαζαν «Κουτζιούκ Τιουνανιστάν», δηλ. Μικρή Ελλάδα.
    Οι Ρωμιοί της Κρώμνης, που προ του Χάττι-χουμαγιούν, σαν Τούρκοι, κρυφοί Χριστιανοί εξουσίαζαν όλη την περιοχή και μετά το διάταγμα αυτό, πρώτοι είχαν την τόλμη να ομολογήσουν τον αληθινό τους Εθνισμό και την αληθινή τους Θρησκεία, δεν έχασαν τον αγέρωχο και υπερήφανο χαρακτήρα τους, αλλ’ εξακολούθησαν να τον διατηρήσουν και σαν Ρωμιοί και να ασκούν επιρροή σ’ εκείνους, που είχαν το δικαίωμα της ασκήσεως εξουσίας. Μέσα στη πρώτη δεκαετία του 2Οου αιώνα η Κρώμνη μόνον τυπικά αποτελούσε εξάρτημα του Τουρκικού Κράτους. Ουσιαστικά ήταν ένα κομμάτι της Ελεύθερης Ελλάδος, αποκομμένο και απονομωμένο μέσα στα άγρια εκείνα βουνά του Πόντου, όπου κάθε εκδήλωση της ζωής ήταν Ελληνική. Ούτε ένας Τούρκος κάτοικος της Κρώμνης. Οι γυναίκες και τα παιδιά μόνον την Ελληνοποντιακή γλώσσα μιλούσαν και Τουρκικά όχι μόνον δεν ήξεραν, αλλά και θεωρούσαν την εκμάΘησή τους Εθνική προδοσία και μόνον, όταν ενηλικιώνοντο και έμπαιναν στη βιοπάλη της ζωής αναγκάζονταν να μάθουν τα Τουρκικά. Στα σχολεία επικρατούσε απόλυτα Ελληνικό πνεύμα και στα γλέντια και τις διασκεδάσεις αντηχούσαν τα τραγούδια της Ελληνικής Λεβεντιάς και του Παύλου Μελά.
    Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, όχι μόνον οι Κρωμναίοι, αλλά και οι παραθεριστές απόλαυαν την ελευθερία, που ονειρεύονταν. Ζούσαν κι’ αυτοί ένα καλοκαίρι ξένοιαστη ζωή, γι’ αυτό η Κρώμνη, και για το υπέροχο κλίμα της, ήταν το καλύτερο θέρετρον του Πόντου κι’ αν δεν μεσολαβούσαν τα δραματικά γεγονότα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που μετέβαλε σε συντρίμμια τα δημιουργήματα ολοκλήρων χιλιοετηρίδων, η Κρώμνη Θα γινόταν ονομαστό θέρετρον παγκοσμίου φήμης. Τώρα όλα αυτά είναι ερείπια, χαλάσματα φρικτά, που κάνουν το επισκέπτη να τα ατενίζει με θλίψη και οδύνη, αλλά και με δικαιολογημένη απορία, πως τέτοια μεγαλειώδης ζωή έσβησε και απλώθηκε τόση ερήμωση. Και είναι πραγματικά απέραντη η ερήμωση της Κρώμνης, όπως την μαρτυρούν φωτογραφίες του 1961, που κάνουν τις καρδιές εκείνων, που  έζησαν εκεί, να ραγίζουν από πόνο και νοσταλγία.

[το άρθρο είναι από την Αδελφότητα Κρωμναίων Καλαμαριάς]

➤ συστήνουμε ανεπιφύλακτα το βιβλίο του Γεωργίου Π. Φιρτινίδη, Κρώμνη (εκδ. 1994 - σελίδες 542). Είναι έκδοση της Αδελφότητας Κρωμναίων Καλαμαριάς. Δεν πρέπει να λείπει από κανένα Κρωμέτα καθώς επίσης και από κανένα μελετητή της Ποντιακής ιστορίας.

Air Pontus #8 : τα ανταρτο-λημέρια του Δυτικού Πόντου

➤ 1η δημοσίευση στις 17.8.2015

➤ έχω μια ιδιαίτερη έλξη - αγάπη για το αντάρτικο του Πόντου. Μάλλον λόγω καταγωγής. Αν κάποτε αποπειραθώ να γράψω κάτι, σίγουρα μεγάλο μέρος θα καταλαμβάνει αυτό το θέμα. Όλους αυτούς τους μήνες ύπαρξης του blog αλλά και των πτήσεων της Air Pontus, δεν έφυγε από το νου μου, μια "αεροπορική" γνωριμία με τα ανταρτοβούνια - αρτολημέρια του Δ. Πόντου. Να πω εδώ ότι μέχρι σήμερα 17.8.2015 έχουμε στο blog 30 αναρτήσεις στην ετικέτα "αντάρτικο" και φυσικά θα ακολουθήσουν κι’ άλλες.

δείτε την 2η έκδοση της ίδιας ανάρτησης εδώ
πάμε λοιπόν να γνωρίσουμε τα ανταρτολημέρια του Δ.Π. …



Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

αφιέρωμα στην Κρώμνη - 2ο μέρος

2ο μέρος του αφιερώματος - πρώτο εδώ
πρώτη δημοσίευση στις 8.2.2015

από το δίτομο έργο του Ακύλα Μύλλα,
"Τραπεζούς, στα ίχνη των μεγάλων Κομνηνών" εκδ. Μίλητος


➤ Προϊόντα
Από όσα εξεθέσαμε εύκολα βγαίνει το συμπέρασμα ότι η παραγωγή προϊόντων και των δύο ειδών (φυτικών και ζωικών) ούτε τις ατομικές ανάγκες μπορούσε να ικανοποιήσει, εκτός από τα κτηνοτροφικά προϊόντα που πέραν από την κάλυψη των ατομικών αναγκών έδιναν δυνατότητα και εξαγωγής. Οι αγελάδες της Κρώμνης ήταν ονομαστές και για την ποσότητα και την ποιότητα του γάλακτος που απέδιδαν. Ετρέφοντο αποκλειστικώς μόνον με χόρτο και ουδέποτε με άχυρο. Κι όταν παίρνουμε υπ’ όψη ότι παντού τα χόρτα ήταν ανάμικτα με το άφθονο λουλούδι καταλαβαίνουμε γιατί το γάλα ήταν άφθονο και ποιοτικώς άριστο. Το χόρτο συντελούσε στην άφθονη γαλακτοπαραγωγή και το λουλούδι στο να αποκτήσει το γάλα άρωμα και το βούτυρο εκτός από το άρωμα και κίτρινο χρώμα. Παντού εφημίζετο το βούτυρο της Κρώμνης και η ζήτησή του ήταν μεγάλη. Κατά δύο γρόσια (Κατά το 1/4) ακριβότερη ήταν η τιμή του από το βούτυρο των άλλων περιφερειών. Λέγεται πως κάποια εποχή το παλάτι των Σουλτάνων προμηθευόταν το βούτυρο από την Κρώμνην.
Άλλο προϊόν ήταν το «πασκιτάν», το στραγγισμένο υπόλοιπον της γιαούρτης μετά την αφαίρεση του βουτύρου. «Τυρί» Αν και ήταν δυνατό να είναι ξακουστό, απέφευγαν να παρασκευάζουν, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων και αντ’ αυτού έκαναν ταικαίμάκς» που τα ‘λεγαν και «κοιλίδεςτ» από το «υλισμένον ξύγαλαν» στραγγισμένο γιαούρτι. Ήταν περιζήτητα στη αγορά της Τραπεζούντας. Το μαλλί μόλις επαρκούσε για τις ατομικές ανάγκες, γιατί στην Κρώμνη, στρώματα, παπλώματα, «ορτάρια» (μάλλινες κάλτσες), «βόθες»(κοντές μάλλινες κάλτσες), φανέλες, εσώβρακα, πουλόβερ, ακόμη και σακάκια, όλα κατασκευάζονταν από το εγχώριο μαλλί. Ακόμη και νήματα και κιλίμια. Από τις τρίχες της γίδας κατασκευαζόταν είδος κιλιμιού που το λέγαμε «χριάμ», έπειτα σχοινιά, «τιζλικ» δηλαδή τρίχινες κάλτσες που τα έβαζαν πάνω από τα ορτάρια το χειμώνα, για να προστατεύσουν τα πόδια από τα χιόνια. Και από το «τιφτίκ» κατεσκεύαζαν τρυφερότατα γάντια και κάλτσες για τα μικρά παιδάκια. Τα γάντια γενικά τα λέγαμε «xερότ (από το χέρι). 


Κλίμα
Απ’ όσα ως τώρα εξεθέσαμε για το υψόμετρον του τόπου, την εδαφολογική διαμόρφωση, την ορεογραφία και υδατογραφία, τα ατμοσφαιρικά φαινόμενα και άλλους παράγοντας, συντελεστές του κλίματος, συνάγουμε το ασφαλές συμπέρασμα πως το κλίμα της Κρώμνης είναι κλίμα ιδεώδες, που δύσκολα μπορεί κανείς να συναντήσει σε άλλα μέρη. Αν εξαιρέσουμε λίγες μέρες του έτους που επικρατεί σχετική υγρασία, αρχές άνοιξης και φθινοπώρου, καθ’ όλην την άλλην περίοδο του έτους επικρατεί ξηρασία ευεργετική. Το καλοκαίρι χωρίς ζέστες μεγάλες και ο χειμώνας χωρίς τα δυνατά κρύα που παραλύουν. Ηλιοφάνεια μεγάλη, με καταγάλανον ουρανό, τον χειμώνα μάλιστα με τέτοια ανταύγεια γαλάζιου χρώματος, που μένει κανείς έκθαμβος αντικρίζοντάς το. Άνεμοι μυρωμένοι από τα αρώματα μυριάδων λουλουδιών, κατασπαρμένων σε κάθε έκταση, καθιστούν την ατμόσφαιρα εξαιρετικά ευχάριστη, που δεν χορταίνεται ποτέ. Κρύα, διαυγέστατα και εύγευστα νερά αναβλύζουν από άφθονες πηγές, που σβήνουν ευχάριστα τη δίψα κάθε διψασμένου. Τα νερά αυτά ποικίλουν και τα μεταλλικά νερά του Σαράντων και προ πάντων «τ’ Aψιν νερόν»των Λειβαδιών είναι μια από τις πιο ξακουσμένες πηγές μεταλλικών νερών όλου του κόσμου. Πέραν απ’ όλα αυτά τα χαρίσματα, που καθιστούν ιδανικόν Θέρετρον έναν τόπον, η Κρώμνη έχει κι άλλο πολύ σπουδαίο χάρισμα, δηλαδή την παντελή απουσία κουνουπιών, σκνιπών και κορεών. Εάν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τα αρωματισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα (γάλα, ξύγαλα, βούτυρο, πασκιτάν, καϊμάκια), που ήταν πολύ φημισμένα, εύκολα βγάζουμε το συμπέρασμα πόσο υπέροχο είναι το κλίμα της Κρώμνης, που λίγοι άλλοι τόποι μπορούν να την συναγωνίζονται. Γι’ αυτό η Κρώμνη έγινε το καλύτερο θέρετρο των Τραπεζουντίων, παρά τη δυσκολία που παρουσίαζε η συγκοινωνία. Και όχι μόνον από την Τραπεζούντα κατέφθαναν κάθε καλοκαίρι παραθεριστές, αλλά και από άλλα μέρη του Πόντου, τον Καύκασο, ακόμη και από την Κωνσταντινούπολη.
Πολλές φορές και βοηθητικούς χώρους ασβέστωναν και τακτοποιούσαν προς κατοικίαν, για να ενοικιάσουν τα σπίτια σε παραθεριστές.
Το 1910 και 1911 παραθέριζε στην Κρώμνη ένας Τούρκος από την Κωνσταντινούπολη, κύριος ευγενέστατος και μορφωμένος. Είχε άρρωστη γυναίκα, χάρι της οποίας πολλές χρονιές παραθέριζε στην Ελβετία και τις δυο αυτές χρονιές τον εσύστησαν οι γιατροί για παραθερισμό την Κρώμνη. Ήταν τόσο κατενθουσιασμένος από το κλίμα και γενικά από όλον το περιβάλλον της Κρώμνης, ανέφερε στον πατέρα μου για την υπεροχή της και έναντι και αυτών των Ελβετικών τοπίων και από απόψεως υγιεινής και από απόψεως πλούτου λουλουδιών και ακόμη και από απόψεως ομορφιάς.
Στο υπέροχο αυτό κλίμα έρχονταν σε αντίθεση τα παλιά σπίτια του τόπου, που ομολογουμένως ήταν ανθυγιεινά. Εστερούντο επαρκούς φωτισμού και αερισμού, λόγω της κατασκευής των, που απέβλεπε πρώτα στο να τα καθιστά όσον το δυνατόν πιο ζεστά το χειμώνα και δεύτερον πιο απρόσβλητα από κακοποιά στοιχεία. Πάντως, μετά το 1900 κτίστηκαν σπίτια, που ανταποκρίνονταν στους όρους της υγιεινής και της αισθητικής.
Πίστη και πεποίθηση για το κλίμα της Κρώμνης
Οι Κρωμναίοι είχαν επίγνωση του υπέροχου κλίματος της πατρίδος των και δίκαια υπερηφανεύονταν γι’ αυτό, αλλά και όλοι οι άλλοι Πόντιοι και κυρίως όσοι κατοικούσαν στην Τραπεζούντα θεωρούσαν το κλίμα της Κρώμνης ιδανικώς υγιεινό για κείνον, που έπασχε από χρονία ασθένεια και προ πάντων από φυματίωση και χωρίς ενδοιασμό, χωρίς άλλη σκέψη συνιστούσαν «να πάει να παραθερίζει στη Κρώμνη» για να προλάβει το κακό ή και να θεραπευθεί. Όταν ο Φιλοποίμην Στεφανίδης, γύρω στα 1890, μαθητής τότε του Φροντιστηρίου, θέλησε, παρά τους κανονισμούς, να δώσει εξετάσεις για δύο τάξεις ταυτόχρονα, για να κερδίσει έναν χρόνο και μη βρίσκοντας κατανόηση  από καμιά άλλη εκπαιδευτική αρχή, κατέφυγε στον Μητροπολίτη, τον ανώτατο άρχοντα της Τραπεζούντας πάνω στους υπόδουλους Έλληνας. Ο αγαθός εκείνος Δεσπότης, σαν τον είδε λίγο αδύνατο από την μελέτη του, είπε αυτά τα λόγια: «Αντί να παραβιάζεις κανονισμούς και επιδιώκεις παράνομες εξετάσεις, να πας να παραθερίζεις στην Κρώμνη, να φέρεις χρώμα και ύστερα βλέπουμε»
 Μόνον η Κρώμνη εκείνη την εποχή είχε το προνόμιον να φημίζεται πως είχε το καλύτερο κλίμα. Και πόσον βαθειά ήταν η πεποίθηση των Κρωμναίων για το ότι μόνον το κλίμα της πατρίδος των μπορούσε να γιάνει κάθε άρρωστο, που πάσχει από φυματίωση, καταφαίνεται από το ποίημα της Κατίγκως Καλευρας, Κρωμναίας, που είχε την ατυχία να δοκιμάσει τον σκληρό πόνο μάνας από την αγιάτρευτη αρρώστια μιας κόρης της, που αναγκάστηκε πάει στο Ασβεστοχώρι. Η πονεμένη μάνα, που πίστευε πως, αν ήταν δυνατό να έστελνε το σπλάχνο της στην Κρώμνη, θα γιατρευόταν και μπρος στην αδυσώπητη Μοίρα του μη δυνατού της πραγματοποιήσεως του πόθου της, για να παρηγορεί τον εαυτό της και να δώσει διέξοδο στην τρικυμιώδη αγωνία της ψυχής της, με την δύναμη της ποιητικής φαντασίας, πλάθει το όνειρον της αποστολής της πονεμένης κόρης της στην Κρώμνη, για να βρει εκεί θεραπεία.


Παρχάρια
Τα παρχάρια (Ποντιακή προφορά: παρχάρια) κείνται στην περιοχή της Κρώμνης που στεφανώνεται από Νότο με το Κουλάτ ως τον Αεν-Ζαχαρέα, από Ανατολή με τον δρόμο προς την Παναγία Σουμελά ως τα Καμμένα και από Βορρά με τις υψηλές κορυφές του Κασκαμάτς και πέραν από το Αψίν νερό έως του Μαρζαλάκ, για να σχηματίσουν χωνοειδή λεκάνην, μια κοιλάδα καταπράσινη που αποτελεί απέραντους βοσκότοπους. Και πρώτα, κατεβαίνοντας από τον Αεν-Ζαχαρέα προς τη Λαραχανή, σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων κείνται τα Αλεπογιαννέσσ. Ιδιαίτερο Παρχάρι της ενορίας Φραγκάντων. Προ του 1900, τα παρχάρια αυτά παρουσίαζαν ζωή και κίνηση εντυπωσιακή, μετά το 1910 όμως έμειναν έρημα και οι καλύβες έγιναν ερείπια. Σε απόσταση δύο περίπου χιλιομέτρων από τα Αλεπογιανέσσεα είναι τα ονομαστά Λειβαδία που τα λέγαμε και Αλβεαδία. Ήταν το καλύτερο παρχάρι όχι μόνον της Κρώμνης, αλλά και όλων των άλλων περιοχών και για το άφθονο χόρτο τους, τα άφθονα νερά, ανάμεσα στα οποία είναι και το περίφημον Αψίν νερόν, αλλά και τη μαγευτική τους θέα. Ακόμη και τα Καλύβεα ξεχώριζαν από τα καλύβ όλων των άλλων παρχαριών, γιατί μόνον εδώ ήταν σκεπασμένα με συστηματικές αψίδες, «κεμέρεα» από ελαφρόπετρα. Ανηφορίζοντας προς Ανατολάς κοντά στο δρόμο προς τα Καμμένα κείται το Μετζίτ, το παρχάρ με το μεγαλύτερον υψόμετρον. Στο Παρχάρ αυτό μέχρι του 1900 «επαρχαρεύκουτον»η Μόχωρα. Αργότερα όμως, όταν έπαυσαν οι Μοχωραίοι να βγαίνουν στο παρχάρ, επαρχαρεύκουσαν εκείνοι που πήγαιναν στα Λειβαδία, που στην αρχή, στους πρώτους μήνες Μάιον και Ιούνιον αλλά και τον Σεπτέμβριον που τελείωνε η περίοδος του Παρχαρίου και κατέβαιναν στο χωριό, επαρχαρεύκουσαν αυτού. Όμως τον Ιούλιον και Αύγουστον, πιο ζεστούς μήνες, ανέβαιναν στο Μετζίτ, που ήταν δροσερότερο. Η Μόχωρα, ύστερα από το 1905, οριστικά δεν έστελνε «παρχαρέτς» γιατί η περιοχή του χωριού επαρκούσε πλήρως να καλύψει τις ανάγκες για παρχάρι. Βοσκότοπος απέραντος και νερά αφθονότατα. «Παρχαρομάνα» την αποκαλούσαν την Μόχωρα με τα νερά τα κρύα. Στην Λαραχανή, την «Παρχαρέτσαν»την έλεγαν με τη ρομαντική λέξη «Ρωμάνα» Και τραγουδούσε ο ερωτευμένος Ματσουκάτες το ποιητικότατον δίστιχο:


«Η κόρ επήεν σον Παρχάρ να γίνεται ρωμάνα,
και για τ’ ατέν θα γίνουμαι και κυνηγός σ’ ορμάνεα»

Προς βορράν από τα Λειβαδία και κοντά στους πρόποδες του Κασκαμάτς ήταν το Μαντακέν, επίσης έρημο από το 1914. Ήταν παρχάρι της Γλούβαινας. Δυτικά από τα Λειβαδία και κοντά στο δρόμο προς το Σταυρίν και τα Λωρία είναι το Σοανορύμ, παρχάρ του Νανάκ και Λωρία. Η εγκατάσταση στα παρχάρια γινόταν πανηγυρικά και την διεύθυνση την είχαν οι παρχαρέτ (ενικός η παρχαρέτσα) ή ρωμάνες. Κάθε παρχαρέτσα είχε υπό την μέριμνάν της τις αγελάδες πέντε έως επτά οικογενειών, δηλαδή δέκα πέντε έως είκοσι αγελάδες, τις οποίες εξεμεταλλεύετο ως κτήμα της με την υποχρέωση να παραδώσει στο τέλος της εποχής στην νοικοκυρά, της οποίας είχε τις αγελάδες, πέντε ή έξι οκάδες βούτυρο και πέντε ως εξ πατουμάνεα (1 πατουμάν=6 οκάδες) πασκιτάν από κάθε αγελάδα. Η συμφωνία αυτή λεγόταν κιασίμ. Οι αγελάδες έβοσκαν γύρω από τα καλύβ ή και σε λίγο μακρυνά χορτοβόλα μέρη, όπου το χόρτο ήταν αφθονότατο και υψηλό μέχρι ένα μέτρο. Είχαν τον τσοπάνη τους, που είχε γερά μαντρόσκυλα. Δύο φορές την ημέρα, πρωί και βράδυ τις άρμεγαν τις αγελάδες. Τον Ιούνιο μάλιστα, όταν το γάλα είναι πολύ άφθονο και οι αγελάδες υποφέρναν από το πολύ γέμισμα των μασταριών, άρμεγαν και το μεσημέρι. Το άρμεγμα αυτό το έλεγαν πριάνάρ. Και  το άρμεγμα το πρώί και το βράδυ ο τσοπάνης οδηγούσε τις γελάδες σε καθορισμένον μέρος κοντά στα καλυβια, για το πριάναρ όμως πήγαιναν οι γυναίκες με το αλμεχτερ σε καθορισμένον μέρος της περιοχής που όριζε από το πρωί ο τσοπάνης. Τα σύνεργα μιας παρχαρέτσας ήταν «το αλμεχτέρ» «τω χαλκοπούλ» «το χαλκύν». «το υλιστερύξνλον» «τω νλιστέρ «Το κοβλάκ» «τα βαρέλια «το ξυλαγγ» και «τω καράαν». Το γάλα κάθε μέρα έπρεπε να βράσει και να το πήξουν ξύγαλαν. Και κάθε δυο το πολύ μέρες «εδρουβάνιζαν» για να πάρουν το βούτυρο. Το υπόλοιπον «ταν» το έβαζαν να πάρει μόλις μια βράση, «το ετσοκάρευαν», το έχυναν σε τρίχινα σακκιά για να στραγγίσει και να κάνουν το «πασκιτάν», το έλεγαν «σουράτ» και εθεωρείτο φάρμακον για την πιτυρίδα. Το υγρό που άφηνε το «υλιστόν» ως την ημέρα που θα στράγγιζε καλά την τόνωση και περιποίηση του τριχωτού της κεφαλής.
Τα Λειβαδία ήταν πάνω στον δρόμο, που έφερνε από Τραπεζούντα στο χωριό, γι’ αυτό οι παρχαρέτ τακτικά περίμεναν τους αγωγιάτες και τα «κέτσεα» από την Τραπεζούντα ή και προς την Τραπεζούντα, μάθαιναν τα νέα και από τις δυο πλευρές και προσέφερναν στους κουρασμένους οδοιπόρους ταν, ξύγαλαν και καμιά φορά και πλούσιο καϊμάκι. Στις αίθριες ημέρες, η ζωή στα παρχάρια ήταν ευχάριστη και για επισκέπτες ιδανική, ρομαντική μέσα σε απέραντο πράσινο και λαμπυρίζοντα ήλιο. Όταν όμως έβρεχε και έπεφτε πυχνή ομίχλη είχε τις ταλαιπωρίες της. Εκτός από τις αγελάδες στον παρχάρ βοσκούσαν και τα στείρα πρόβατα και τ’ αρνιά, ενώ τα γαλάρια έμεναν στο χωριό, για να έχουν οι νοικοκυραίοι το καθημερινό τους γάλα και για τον εαυτό τους και για τους παραθεριστές. Οι παρχαρέτ ήταν γυναίκες, γενναίες και ρωμαλέες και πολλές φορές έρχονταν σε σύγκρουση με ληστές ή και με Τούρκους Ρεΐζ (τσελιγκάδες) και αντεπεξέρχονταν νικηφόρως, ως ότου έσπευδαν σε βοήθεια οι άνδρες από τα χάνια και το χωριό. Οι τσοπάνηδες έπρεπε να είναι πολύ εξασκημένοι και να μπορούν να προβλέπουν τις μεταβολές του καιρού. Στα ψηλά και γυμνά εκείνα βουνά μια απότομη αλλαγή του καιρού σε θύελλα και καταιγίδα ήταν δυνατό να επιφέρει αποδεκατισμό ή και ολόκληρο αφανισμό του κοπαδιού. Ο πεπειραμένος τσοπάνης προελάμβανε το κακό οδηγώντας το κοπάδι του στις σπηλιές προς το χωριό. Υπάχουν παραδείγματα πνιγμού πολλών ζώων, που κατελήφθησαν από μια ξαφνική άγρια χιονοθύελλα, ενώ αντιθέτως υπάρχει και παράδειγμα διασώσεως ολοκλήρου του κοπαδιού με το να πρόβλεψει ο τσοπάνης και να το οδηγήσει στην σπηλιά ψηλά από τη Μόχωρα. Τη νύχτα εκείνη έπεσε πολύ χιόνι. Ο αείμνηστος Φίλων Κτενίδης, τέκνον της Κρώμνης, στο θεατρικόν έργον του «Ο Μάραντον» φέρνει τα Λειβαδία ως καταφύγιον του Μάραντου με τα υπάρχοντά του μετά την άλωση της Τραπεζούντος. Φαντασία βέβαια, αλλά πόσον ανταποκρίνεται προς την πραγματικότητα για την οίκηση της Κρώμνης. Αλλά και πολύ προ του Φιλ. Κτενίδη, ο πολύς Παρχαρίδης στα παρχάρια φέρει τους πρώτους οικιστάς του χωριού. Να τι γράφει στην «Ιστορία της Κρώμνης» «Εις μικράν απόστασιν από της παλαιάς οδού του τμήματος των Λειβαδίων ήσαν αι οικίαι των πρώτων κατοίκων Χαλδαίων και Χαλύβων, όπως δε λέγει και μια παράδοσις ήταν επτισμέναι εις το μέρος του χανίου του Αρμαλού (αργότερον Ξερέα). Και όπου μεν επεκράτει η ομίχλη ,είχαν τα λειβάδια των χόρτων, χορτοθέρεα ονομαζόμενα σήμερον, όπου δε ουχί, τα χωράφια. Το δε αλώνιον ήτο παρά τον ρύακα, όθεν αρχίζει το αυλάκι, κάτω από τα Σαντέτκα. Ανωτέρω του χα- ι νέου ήτο ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου και εκεί ήσαν ο Τάφοι των. Εις εκ του χωρίου τούτου φαίνεται ότι ΕΠΙ χριστιανικών αιώνων Αλεπογιάννης ονόματι έκτισε τα Αλεπογιαννέσσεα, καλύβας λιθίνας αι οποίαι τώρα χρησιμεύουν την άνοιξιν εις τας ρωμάνας» Και από τα παρχάρια αυτά, όπως συνεχίζει, πολύ αργότερα μετοίκησαν προς τα υπήνεμα και κρημνώδη μέρη, που πήραν το όνομα Κρομ και Κρώμνη.



από το λεύκωμα του συλλόγου Αργοναύται-Κομνηνοί,
ο Ελληνικός Πόντος - έκδοση 1947

Γλώσσα
Πολλές φορές επαναλάβαμε πως οι Κρωμναίοι είχαν στενή επαφή με τους Τραπεζουντίους. Είχαν σχεδόν τα ίδια ήθη και έθιμα και μιλούσαν την ίδια Ελληνική Ποντιακή διάλεκτο, χωρίς παραλλαγές και με την ίδια προφορά. Το ίδιο μπορούμε να διατυπώσουμε σχετικά και με τους κατοίκους της περιφέρειας Τορούλ και Αργυρούπολης. Ενώ αντίθετα η διάλεκτος της περιφέρειας Ματσούκας είχε περισσότερες παραλλαγές και διάφορη προφορά. Και αυτό συνέβαινε, γιατί ενώ η Κρώμνη με την Τραπεζούντα ερχόταν σε συναλλαγές και επικοινωνία, με τη Ματσούκα δεν είχε ή σχεδόν δεν είχε καμιά επαφή. Υπερηφανευόμασταν οι Κρωμναίοι πως ήμασταν ο αντιπροσωπευτικός τύπος του Έλληνα Ποντίου στις εκδηλώσεις της ζωής μας. Ίσως αυτό να ήταν εγωιστικό, πάντως αυτή η πεποίθηση επικρατούσε και στους άλλους.
Στο λεξιλόγιο των Κρωμναίων, όπως και όλων των Ποντίων υπάρχουν λέξεις λατινικές, όπως στράτα, μπουκέτο, κουμούλ και το ρήμα κουμουλιάζω και άλλες. Επίρροια της Ρωμαϊκής κατοχής. Τουρκικές λέξεις υπάρχουν πολλές, που εισεχώρησαν κατά το μακρόν διάστημα της δουλείας κάτω από τον βάρβαρο κατακτητή, που με κάθε μέσον επεδίωκε τον αφανισμόν της Ελληνικής γλώσσας. Ωστόσο διατηρήθηκε απόλυτα ο Ελληνικός χαρακτήρας και διεσώθη η γλώσσα, όπως και η θρησκεία και ο Εθνισμός. Διαφέρει η Ποντιακή διάλεκτος από την καθομιλουμένην Ελληνικήν όλης της Ελληνικής επικράτειας, αλλά της διαφοράς αυτής τα αίτια είναι άλλα. Επίσης στην ποντιακή διάλεκτο διατηρήθηκαν λέξεις από την Αρχαία Ελληνική και τον Όμηρο πάρα πολλές. Για το Θέμα αυτό εγράφησαν πολλά από γλωσσολόγους και επιστήμονες. Εδώ δεν Θα αναφέρουμε πολλές, αλλά μερικές χαρακτηριστικές που τιμούν τη διάλεκτο την Ποντιακή και αποδεικνύουν την κατ’ ευθείαν καταγωγή μας από την μητέρα Ελλάδα.
Μερικές λέξεις είναι «δεακλύζω» (Θάλασσα κλύζει πάντα τ’ ανθρώπινα), «πυρριφτώ» (εις πυρ ρίπτω), «λελεύω» (λιλαίομαι), «ποδεδίζω» ποδούμαι, «καταμάγια» από το καταμάσσω, «μακέλ», «δι κέλ», «Θελματοπλέρωτος», «συγκρύβω», «δεξάμενος» κ.ά.
Η λίμα στην Ποντιακή λέγεται «ρινίν» και ρήμα «ρινίζω»από το αρχαίον ρινάω (ω). “Συντυλίζω” τί εκφραστικότερον από την λέξιν συντυλίζω που ίσως μόνον στην Ποντιακή διάλεκτο να υπάρχει και σημαίνει την μετεωρολογική κατάσταση, όπου άγρια χιονοθύελλα με πυκνές νιφάδες και με ισχυρόν και ψυχρόν άνεμον περιτυλίγει τα πάντα, «οξικές φυσά και συντυλίζ’ κι συ που Θα πας»
Υπάρχουν και μερικές λέξεις, που δύσκολα μπορεί κανείς να αποδώσει στην Ελληνική, όπως «φουμίζω» (θυμώνω σιωπηλά και συμμαζεύομαι σε μια γωνιά), «ποτβα» (νοικοκυρά ακάθαρτη, ατημέλητη, που δεν έχει συγυρισμένο τίποτε από το νοικοκυριό της), «φουάταλήχτρεα» (επιπόλαιος, ακατάστατος).


[το άρθρο είναι από την Αδελφότητα Κρωμναίων Καλαμαριάς]

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

κάστρα Κομνηνών (Τραπεζούντα)

➤ κάστρα Κομνηνών από τον Θεόφιλο Ντέϋρολ - έχουμε 7 αναρτήσεις από το βιβλίο του, αναζητήστε την σχετική ετικέτα.

από το δίκτυο

Air Pontus #5 : η στράτα του Γοργόρογλη & η στράτα της Κρώμνης - Λαραχανής

➤ η Air Pontus μας ταξιδεύει στις στράτες που συνδέουν το Τσεβιζλούκ με την Χαλδία
ανεβαίνουμε από την στράτα του Γοργόρογλη ή του Καρά-Καπάν και κατεβαίνουμε από την μεταγενέστερη (~1905) Κρώμνη - Άε Ζαχαρέας - Λαραχανή - Τσεβιζλούκ
η εγγραφή είναι η παλαιά, χαμηλής ποιότητας μέθοδος και όχι η direct που πρόσφατα εφαρμόσαμε. Μάλλον πρέπει να ξανακάνουμε το video ...
➤ τα άρθρα για τις στράτες
    • οι στράτες επικοινωνίας #1 εδώ
    • οι στράτες επικοινωνίας #2 εδώ


αφιέρωμα στην Κρώμνη - 1ο μέρος

➤ μία από τις πρώτες μας αναρτήσεις
δημοσιεύθηκε στις  5.5.2015
θα ξανα-αναρτήσουμε όλα τα άρθρα



Γεωγραφική τοποθέτηση
Παράλληλα προς την παραλία του Ευξείνου Πόντου και σε απόσταση γύρω στα 60 χιλιόμετρα, σε ευθεία γραμμή, υψώνεται στην ανατολική πλευρά η οροσειρά του Παρυάδρη. Τις βορινές κλιτύες της οροσειράς, που βλέπουν προς τη θάλασσα, καλύπτουν από την κορυφή καταπράσινα χορτοβόλα οροπέδια, με άφθονα και ψυχρά νερά, που το καλοκαίρι αποτελούν ιδεώδεις βοσκότοπους. Τους βοσκότοπους αυτούς στον Πόντο ονόμαζαν παρχαρέα. Ακολουθούν κατόπιν πυκνά και άγρια δάση και πέραν από αυτά η ευφορότατη γη της παραλίας του Πόντου.

Οι μεσημβρινές κλιτύες της οροσειράς είναι, κατά το πλείστον, γυμνές και μέσα στις κοιλάδες της είναι κατασπαρμένα πολλά χωριά και κωμοπόλεις. Τα περισσότερα από τα χωριά αυτά κατοικούνταν από Έλληνες.

Απλώνεται μέσα σε μια πεταλοειδή κοιλότητα, αμέσως κάτω από τη ράχη της οροσειράς, που σ’ αυτή την περιοχή ονομάζεται Κουλάτ Νταγ και αρχίζει από το διάσελο του Αεν-Ζαχαρέα και φθάνει δυτικά ως το Ζύγανα Νταγ. Στην περιοχή της Κρώμνης, οι ράχες του Κουλάτ λέγονται Καρά Καπάν. Ανατολικά από τον Αεν-Ζαχαρέα υψώνεται το Γιαλονομύτ (2700μ.). Φαίνεται από εκεί η Θάλασσα και ίσως γι’ αυτό και η ονομασία. Από τον κορμό του Παρυάδρη, στο σημείο αυτό (Αεν-Ζαχαρέας - Γιαλονομύτ) διακλαδίζεται μεσημβρινά μια σειρά του βουνού που 4. προχωρεί σε αρκετόν βάθος.

Στη σειρά αυτή υψώνονται τα βουνά του ανατολικά Ματέν, Τεβέ-Μποΐ, Καρα-Τάς, Άλγερη. Από το Καρα-Τάς στρέφεται πάλιν δυτικά, διαγράφοντας εκεί το σύνορον Κρώμνης -Ίμερας. Τα σύνορα της Κρώμνης δεν περιορίζονταν προς βορράν στο Κουλάτ-Ντάγ και τον Αεν-Ζαχαρέα, αλλ’ επεκτείνονταν και στην επικλινή βορινή πλευρά σε βάθος δέκα και πλέον χιλιομέτρων, όπου μέσα σε άλλη κοιλότητα βρίσκονταν τα παρχάρεα της Κρώμνης.

Αυτά επεκτείνονται πολύ και πέραν από του "Ισραήλ το Χαν" επεκτείνονταν τα σύνορα της Κρώμνης, τα οποία, αφού προσπερνούσαν του προς την Μαρζαλάκ, που ήταν χάνι αλλά και παρχάρ της Λαραχανής, έφθαναν ως το δάσος, όπου πάνω στο δρόμο υπήρχε μια οξιά, που τη λέγαμε “το σταυρωτόν η οξέα” και που αποτελούσε το σύνορον Κρώμνης - Λαραχανής. Μέσα στην πρώτη διαγραφόμενη πεταλοειδή κοιλότητα με πολλές και βαθειές χαράδρες, που σχηματίσθηκαν με το πέρασμα των αιώνων και χιλιετηρίδων από την διαβρωτική δύναμη του νερού, είναι διασπαρμένες οι εννέα ενορίες της Κρώμνης. Τις χαράδρες διαρρέουν μικρά ποταμάκια, μάλλον χείμαρροι. Και τις κορυφές των βουνών στεφανώνουν βράχοι πανύψηλοι, με πολλές σπηλιές, μεγάλες και μικρές. Χαρακτηριστικοί είναι οι βράχοι πάνω από την ενορία Μαντζάντων, που λέγονταν Λεοστάρεα και οι βράχοι της ενορίας Μόχωρας, ο Σπέλεν και τα Σπελοκέφαλα, που απλώνονται από τον Καστρότοιχο Μόχωρα και επεκτείνονται πολύ ανατολικά.


Βουνά
Κεντρικό βουνό της περιοχής είναι ο Παρυάδρης, που απλώνεται από Ανατολή σε Δύση, παράλληλα με την παραλία του Ευξείνου Πόντου. Μέσα σ’ αυτό το ορεινό τείχος διαγράφονται πολλά συγκροτήματα βουνών, όπως προαναφέραμε, με βαθιές χαράδρες, που τις διαρρέουν άφθονα νερά. Σε πολλές μεριές έχουν τέτοια κατηφοριά, που τα νερά κατρακυλούν αφρισμένα σαν ένας καταρράκτης με αφάνταστο ύψος.

Ανατολικά από τον Αεν-Ζαχαρέα υψώνεται το Γιαλονομύτ και τα βουνά του Ματέν και με μικρή απόκλιση προς Νότο υψώνεται το περίφημο βουνό Αεν-Παύλον (3063 μ.). Όπως όλα τα βουνά της Κρώμνης κι ο Αεν-Παύλον δεν έχει ούτε ένα δένδρο. Είναι όμως βουνό καταπράσινο, ομαλό, που ως λίγο χαμηλά από την κορυφή ανεβαίνει κανείς καβάλα σε άλογο. Από την βορειοδυτική πλευρά της κορυφής αυτής ποτέ δεν λείπει το χιόνι. Στην ίδια αυτή πλευρά, αρκετά μέτρα χαμηλά από την κορυφή, σχηματίζεται μια λεκάνη, που δέχεται τα νερά που δημιουργεί το λιώσιμο των χιονιών. Έτσι, σε υψόμετρο 2800 περίπου μέτρων, σχηματίζεται μια μαγευτική λίμνη, "τ’ Αεν-Παυλή το Λιμνίν", που η επίσκεψή της, όπως και της κορυφής του βουνού, αποτελούσε το όνειρο των παραθεριστών της Κρώμνης. Τα νερά της λίμνης αυτής είναι ψυχρότατα και διαυγέστατα. Βάθος, δεν έχει μεγάλο. Ίσως σε λίγα σημεία να φθάνει τα δύο μέτρα. Ωστόσο, υπήρχε ο θρύλος πως η λίμνη έχει καταβόθρες που ρουφούσαν όσους θα προχωρούσαν στο μέσον και πως τα νερά της χάνονταν μέσα σ’ αυτές. Και όμως δεν ήταν καθόλου δύσκολο να διαπιστώσει ο κάθε παρατηρητής πως, όσο νερό εισέρρεε στη λίμνη από την επάνω άκρη, απ’ όπου κατέβαιναν τα νερά που προέρχονταν από την τήξη του χιονιού, άλλο τόσο ξεχυνόταν από την άλλη μεριά προς τον κατήφορο. Τα νερά της λίμνης κατεβαίνουν δεξιά από τον Ταύρον και τα Καμμένα (*) και σμίγουν κάπου στο ποτάμι της Παναγίας Σουμελά.

Από την κορυφή του Αεν-Παύλου, όπως και από τη λίμνη, με αίθριο και καθαρό ουρανό φαίνεται η θάλασσα. Γι’ αυτό πολλοί διατείνονται πως αυτού είναι ο Θήχης του Ξενοφώντα. Ο Θήχης πρέπει να είναι το Κουλάτ, απ’ όπου φαίνεται καθαρά η θάλασσα του Ευξείνου Πόντου και που είναι η φυσική δίοδος από τα μεσόγεια (Γυμνιάδα, Βαιβούρτ) προς Τραπεζούντα.
Στην κορυφή του Αεν-Παύλου δεν συνέτρεχε ποσώς να ανέβαιναν οι Μύριοι. Κι αν ανέβηκαν, δεν Θα περιέγραφε ο Ξενοφών τη λίμνη; Το διάσελο του Αεν-Ζαχαρέα προσφέρει άριστη διάβαση προς την κατεύθυνση της Θάλασσας. Οι Μύριοι Θα πήραν ασφαλώς την κατεύθυνση αυτή, αφού στράφηκαν δυτικά για να πλησιάσουν το ρουν του ποταμού Χαρσιώτη, που υποτίθεται ότι ακολουθούσαν στην περιοχή αυτή. Και σ’ ένα σημείο, περί τα δύο ή τρία χιλιόμετρα δυτικά από τον Αεν-Ζαχαρέα, αντίκρισαν την πολυπόθητη Θάλασσα.

“ο Θήχης του Ξενοφώντα” Υπάρχει και η εκδοχή πως ο Θήχης είναι η Ζύγανα απ’ όπου επίσης φαίνεται η θάλασσα και που καλύτερα προσαρμόζεται στην άποψη της παρακολουθήσεως από τους Μυρίους του ρου του ποταμού, αλλά η, κατά λίγα χιλιόμετρα, απομάκρυνσή τους για διάφορους λόγους (αποφυγή δυσκολιών, εχθρών, συντόμευση αποστάσεως και άλλοι) δεν αίρει την αιτιολογία αυτή.

Και την κοιλάδα των παρχαρίων στεφανώνουν πανύψηλα βουνά. Βορειοανατολικά από τον Αεν-Ζαχαρέα και ΒΔ από τον Αεν-Παύλο υψώνεται ο Ταύρος, και προς βορράν στο βάθος υψώνεται ο Κασκαμάτς που στεφανώνει τα Λειβαδία και το Μετζίτ και επεκτείνεται ακόμη βορειότερα, για να σχηματίσει, ανατολικά, τη χαράδρα που κατέρχεται στης “Χαντζούκας το Πεγάδ” και φέρνει από κει και πέρα μέσα από πυκνότατο δάσος από έλατα στην Παναγία Σουμελά και δυτικά τις χαράδρες απ’ όπου διέρχεται ο δρόμος προς το δάσος της Λαραχανής.

Στα τρία αυτά βουνά εμαίνετο ο αγριότερος χειμώνας με χιονοθύελλες και χιονοφουρτούνες τρομακτικές. Οι Κρωμναίοι είχαν πικράν πείραν της αγριότητας της περιοχής αυτών και την διετύπωναν με το παρακάτω δίστιχο: Ο Κασκαμάτς ελίβωσεν κι ο Ταύρον εχιονίεν, και τ’ Αεν-Παύλη το ραχίν τρανόν αντάραν έχει.


Ποτάμια
Το Κουλάτ, σαν κοινή χορδή των δύο κοιλάδων της Κρώμνης (της μιας, όπου κείνται οι ενορίες και της άλλης, όπου τα παρχάρεα), αποτελεί τον υδροκρίτη της περιοχής. Τα νερά της μεσημβρινής κοιλάδας σμίγουν στον Χαρσιώτη, που εκβάλλει στην Τρίπολη, ενώ τα νερά της βορεινής κοιλάδας χύνονται στον Πυξίτη, που εκβάλλει στην Τραπεζούντα.

Στην πρώτη κοιλάδα, από τα βουνά του Ματενί πηγάζουν πολλά νερά, κατέρχονται προς τα χάνια, κυλάνε στο βάθος δυτικά, ενώνονται και σχηματίζουν ένα ποταμάκι. Ύστερα από διαδρομή ενός περίπου χιλιομέτρου πίπτουν τα νερά του από έναν περίφημο καταρράκτη (Καταρράχτες), ύψους 11 μέτρων. Σε μικρή απόσταση από τον καταρράκτη σμίγουν στο ποτάμι αυτό τα νερά μιας πλούσιας πηγής που λέγεται χαλκοπέγαδον. Έτσι πλουτίζεται αρκετά, ώστε να θέτει σε κίνηση μύλους. Παίρνει από εκεί το όνομα “τη Φραγκάντων το Ποτάμ”, προχωρεί όλο δυτικά, έχοντας δεξιά καθ’ όλη τη διαδρομή πολλές μικρές κοιλάδες, μέσα στις οποίες κείνται οι “Πέραν Ενορίες” της Κρώμνης. Κοντά στην ενορία Αλχαζάντων, στο ποτάμι αυτό, σμίγουν τα νερά τη “Θεοδώρας τ’ Ορμί”, που κατεβαίνουν από τη Σιαμί, τα Αγιάσματα που κατέρχονται από του Καβελάκ και άλλα νερά, που κατεβαίνουν από τα Λεοστάρεα, ενώνονται όλα κοντά περίπου στην ενορία Σιαμανάντων και όλα μαζί αποτελούν τη “Σιαμανάντων το Ποτάμ”.

Από το Τεβέ-Μποί πηγάζουν τα “εφταπέγαδα” που κατεβαίνουν στα Κλιβεάνεα, από εκεί κατρακυλούν, ενώνονται στη θέση Καταπάνεα με τα νερά που πηγάζουν από τον Αηλία και κατεβαίνουν προς την Μόχωρα. Άλλα νερά αναβλύζουν από την περιοχή Καναζούτεα, χαμηλά κάτω από το Καρά-Τας σχηματίζουν κι αυτά ποταμάκι. Τα δύο αυτά ποτάμια σμίγουν στην ανατολική άκρη της Μόχωρας και παίρνοντας από εκεί το όνομα “τη Μόχωρας το Ποτάμ” κυλάει κι αυτό δυτικά και ενώνεται με του Σιαμανάντων το ποτάμι κοντά στην ενορία Ζεμπερέκεα. Ακόμη δυτικότερα και από την βορεινή πλευρά δέχονται και τα νερά του ποταμιού, που κατεβαίνει από τα Λωρία και τη Νανάκ και σχηματίζουν όλα μαζί “τη Κρωμή το Ποτάμ”, που σμίγει κοντά στο Διπόταμο με της “Ίμερας το Ποτάμ” και προχωρώντας δυτικότερα δέχονται τα ποτάμια αυτά και άλλα νερά και όλα μαζί παίρνουν το όνομα Γιαγλή-Τερέ. Και όπως προαναφέραμε, σμίγουν στον Χαρσιώτη που εκβάλλει στην Τρίπολη.

Τα νερά της βορεινής κοιλάδας κατέρχονται προς τα Λειβαδία, όπου σχηματίζουν “τη Παρχαρί το Ποτάμ” που ακολουθώντας τη χαράδρα του δάσους της Λαραχανής κατευθύνεται όλο προς βορράν και σμίγει πέραν από τη Λαραχανή, κοντά στην Κουσπιδή, στο ποτάμι της Παναγίας Σουμελά. Ενωμένα από εκεί φθάνουν στο Τζεβιζλίκ, όπου σμίγουν και τα νερά του ποταμού που κατεβαίνει από το Χαψή-Κιοΐ και έτσι σχηματίζουν τον Πυξίτη ποταμό, που χύνεται στη Θάλασσα, ανατολικά, κοντά στην Τραπεζούντα.


το άρθρο είναι από την Αδελφότητα Κρωμναίων Καλαμαριάς 

(*) Καμμένα είναι τοποθεσία που έχει την δική της ιστορία. Αφορά τον βομβαρδισμό με κανόνια της μονής της Π. Σουμελά. Ανάρτησή μας εδώ

το παρχάρ Λειβαδία (γνωστό από το τραγούδι Ρωμάνα)