Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2019

οδοιπορικό Μιχάλη Καϊκουνίδη στα ανταρτοχώρια του Αγιού τεπέ Σαμψούντας...

πρώτη δημοσίευση 24.9.2019

➤ ο Μιχάλης είναι διαδυκτιακός φίλος. Είναι κοντοχωριανός μου σε Ελλάδα και Πόντο
έχω ήδη αναφερθεί από παλιά στο εξαιρετικό του βιβλίο "Σαμψούντα, πόλη της φωτιάς" εδώ
δεν γνωρίζω άλλον Ρωμιό να ξέρει καλύτερα τα αναρτολημέρια και τα χωριά της ευρύτερης περιφέρειας της Σαμψούντας
φέτος, όπως κάθε χρόνο, κάθε καλοκαίρι, βρέθηκε εκεί και έκανε άπειρα χιλιόμετρα. τον παρακάλεσα και μας έστειλε το παρακάτω οδοιπορικό του

σημ.
χρόνια πάσχιζα να εντοπίσω το χωριό της εκ μητρός γιαγιάς μου, το Κογιουμτζάντων. Ο Μιχάλης μου έκανε το μεγάλο δώρο να το εντοπίσει κάνοντας έρευνα στο πεδίο. Το βίντεο που ακολουθεί μετά από το κείμενο είναι από εκεί. Τον ευχαριστώ πολύ για όλα.


Οδοιπορικό 27-28-29-30 Ιουλίου 2019

Ποντιακό αντάρτικο / ανταρτοχώρια της Σαμψούντας την περίοδο 1919-1923

Το ποντιακό αντάρτικο της Κεμαλικής περιόδου 1919-1923, αποτελεί ορόσημο αντίστασης ενός λαού που αντιστάθηκε στην γενοκτονία του με νύχια και με δόντια, προσπαθώντας να διασωθεί και να διασώσει τα ιερά και τα όσια της φυλής.

Από την κούνια ακόμη, άκουγα χωρίς να πολυκαταλαβαίνω, για τα παλικάρια του πόντου, για τις μάχες και τους καπεταναίους, που πολεμούσαν υπέρ βωμών και εστιών. Τα βράδια εκείνα του χειμώνα μαζεύονταν στο σπίτι του παππού μου Μιχάλη Καϊκουνίδη στο Ευρύπεδον/Κυργίων/Δράμας, ο μουχτάρης του Πόντου και αδερφός της γιαγιάς μου Πολυχρόνης Λαζαρίδης από την Όξε Σαμψούντας και αντάρτης στα βουνά, ο θείος Αναστάσης Αναστασιάδης παιδικός φίλος του παππού μου από το Ακτουβάν Σαμψούντας, ο θείος Βασίλης Βασιλειάδης, επίσης φίλος του παππού μου από το Ακτουβάν και ο καπετάν Λευτέρης, επίσης από το Ακτουβάν. Άκουγα για τα δύσκολα χρόνια, για τις σφαγές, για τις κρεμάλες, για το ομαδικό κάψιμο μέσα σε σπίτια και εκκλησίες. Έλεγαν, έλεγαν και τα δακρυσμένα μάτια τους εξέφραζαν τις αναμνήσεις τους που τις ζούσαν ολοφάνερα σε τρέχοντα χρόνο. Ένα παρελθόν βαμμένο με πολύ αίμα, πόνο, κακουχίες, πείνα, δίψα, ορφάνια, χωρίς μέλλον, χωρίς να ξέρουν αν θα υπάρχουν την επόμενη μέρα. Μα εκεί που φούσκωναν τα στήθη τους από υπερηφάνεια ήταν όταν έφταναν να ονοματίζουν μάχες και καπεταναίους. Τότε σταματούσε ο κόσμος ολόγυρα και τα πάντα σιωπούσαν για να αφουγκραστούν το ένδοξο παρελθόν.

Θρυλικά ονόματα Καπεταναίων έφταναν στα αυτιά μου, Βασίλουστα, Ιστίλ Αγά, Παντέλ Αγά, Τσιμενλή Τιμίτ, Αγιού Τεπέ, Καράπερτσιν, Τσιμενλί, Τσάμαλαν, Φουντουτσάκ. Έτσι μεγάλωσα, με θρύλους και αναφορές στην Πατρίδα, που όταν μιλούσαν γι αυτήν δάκρυζαν. Πέρασαν τα χρόνια και η Πατρίδα των προγόνων μου πήρε σάρκα και οστά. Ωρίμασε μέσα μου η ιδέα να επισκεφθώ τα πάτρια και η μακρινή Ανατολή πλέον ερχόταν πιο κοντά. Και το όνειρο των παιδικών μου χρόνων έγινε πραγματικότητα. Επισκέφθηκα την Πατρίδα, την γνώρισα, την γεύτηκα από κάθε άποψη, την λάτρεψα. Βρέθηκα στον ομφαλό των γονιδίων μου, στο κέντρο των αφηγήσεων των παππούδων μου. Χρόνια επισκέψεων και αναζητήσεων, ώσπου ήρθε η ώρα και πριν από τρία χρόνια, άρχισα να αναζητώ τα ανταρτολημέρια μας. Αυτά που άκουγα από την κούνια τα ανέσυρα από την μνήμη μου και ήθελα να τα δω και στην πραγματικότητα. Περπάτησα τα ανταρτολημέρια μας με τις ώρες και τις μέρες. Στάθηκα και αφουγκράστηκα τους ήχους από τις μάχες, τους κρότους των όπλων, τις φωνές των παλικαριών, το κλάμα από τα γυναικόπαιδα και τα ζούσα σε τρέχοντα χρόνο. Για την εξόντωση του ελληνικού στοιχείου, οι τουρκικές αρχές έκαναν χρήση τον φοβερότερων και σατανικότερων μεθόδων.

Λεηλάτησαν, ατίμασαν, δολοφόνησαν, πυρπόλησαν ολόκληρα χωριά μαζί με τους κατοίκους τους. Βασάνισαν, ακρωτηρίασαν, έσφαξαν, έκαψαν, έθαψαν ζωντανούς άντρες, γυναίκες, γέρους και παιδιά. Μετέβαλαν τον Πόντο σ’ ένα απέραντο νεκροταφείο, κυρίως το δυτικό του τμήμα.

Έφυγα πρωινές ώρες από την Σαμψούντα (κατά της 9) και πήρα το δρόμο ανατολικά για Τραπεζούντα. Μετά από οκτώ χιλιόμετρα, έκανα δεξιά και πάνω στο λόφο για δύο χιλιόμετρα για το χωριό της γιαγιάς μου Σοφίας Λαζαρίδου την Okse. Η γιαγιά μου μού έλεγε, «το χωρίον εμού, ψηλά απάν σο βουνό εν και αυκά εν η θάλασσα». Από εδώ ξεκινάει και η πρώτη μου απόπειρα αναζήτησης για τα ανταρτοχώρια μας. Μια εύκολη επιλογή, διότι ήταν πάντοτε σημείο αναφοράς από τις αφηγήσεις και γνωστός σε εμένα δρόμος. Αφήνοντας πίσω μου την θάλασσα, ανέβαινα τον ανηφορικό δρόμο με τις οξιές, γι αυτό και Okse και ακολουθούσα το αιματοβαμμένο προγονικό παρελθόν. Τα ουρανομίλητα βουνά, και οι καταπράσινοι πανέμορφοι χωμάτινοι λόφοι με καλούσαν σε κάθε μου βήμα και μου ψιθύριζαν λόγια ακατάληπτα, κατορθώματα ηρωικά και μοιρολόγια. Πόσο διαφορετικά ανεβαίνω εγώ ο απόγονος τους, με κάθε άνεση και ψάχνω τα σβησμένα από το χρόνο ξεχασμένα χνάρια τους και πόσο υπέφεραν αυτοί. Δρόμος επαρχιακός όπου η άσφαλτος δεν βρίσκεται και σε τόσο καλή κατάσταση και συνεχίζει καινούργιος και τσιμεντένιος σε μεγάλο μήκος του. Μετά από έξι χιλιόμετρα συνάντησα το χωριό Baskoy. Εκεί σε μια διασταύρωση λίγο πιο πάνω και βγαίνοντας αριστερά από τον κεντρικό δρόμο και στο χιλιόμετρο, μια πινακίδα μας κατευθύνει ανατολικά στο γνωστό ανταρτοχώρι Karapercin που απέχει επτά χιλιόμετρα από την Όξε. Στο χωριό αυτό, το τζαμί που υπάρχει ως και σήμερα, είναι η παλιά χριστιανική εκκλησία μας. Επιστρέφοντας στον κεντρικό δρόμο, συνέχισα πάλι νότια την πορεία μου και μετά από ένα χιλιόμετρο συνάντησα το χωριό Τσιμενλή. Χωριό που ξεθεμελιώθηκε εκ βάθρων. Η λαϊκή μούσα το μοιρολόγησε, μη αντέχοντας την ανείπωτη καταστροφή.

"Μήτε κλαρί μήτε πουλί στο δρόμο για το Cimenli"! «Σαράντα δυό με ζώσανε κι οι Τσέτες στο Μπογάζι, σέρνουν τσεκούρι και φωτιά, θανατερό μες την νυχτιά τ άτιμο το τσαπράζι»! Σήμερα είναι ένα πανέμορφο χωριό και τίποτε δεν θυμίζει την τραγική του μοίρα. Δεκατρία χιλιόμετρα από την Okse και πέντε χιλιόμετρα μετά το Cimenli και πάνω στο δρόμο είναι το Εrenkoy. Χωριό ελληνικό και αυτό με συμμετοχή στο αντάρτικο. Στη συνέχεια και μετά από δεκαοκτώ χιλιόμετρα από την Okse και πέντε από το Erenkoy, βρίσκεται το ανταρτοχώρι Camalan και δεξιά από τον κεντρικό δρόμο, διασκορπισμένο σε δύο μικρούς μαχαλάδες στην πλαγιά. Δύο χιλιόμετρα πιο πάνω από το Camalan, συνάντησα το κέντρο του ποντιακού αντάρτικου στην Σαμψούντα και στην βάση του θρυλικού Αγιού τεπέ, το Findicak. Ένα πανέμορφο επίσης και καταπράσινο χωριό, με γύρω γύρω πανέμορφες πλαγιές και απέναντι μακριά το βουνό Σαλτούχ, όπου έφευγαν για να κρυφτούν και να γλιτώσουν τις σφαγές. Το Αγιού Τεπέ, είναι μια μεγαλόπρεπη και δασωμένη με οξιές κορυφή και ολόγυρα της απλώνονται οι πλαγιές της. «Το μεγάλο Αγιού τεπέ», το λένε σήμερα οι Τούρκοι. Οι σημερινοί του κάτοικοι είναι πρόσφυγες από την Ελλάδα, κυρίως από την περιοχή της Καβάλας. Εκεί στο Fintitcak και στην βάση του Αγιού τεπέ, έκανα μια ιστορική αναδρομή στις αφηγήσεις των παππούδων μας και ξαναζούσα τα πέτρινα χρόνια της εποχής εκείνης. Έφταναν στα αυτιά μου οι πληγωμένες και γεμάτες φόβο για το αύριο φωνές από τα γυναικόπαιδα. Οι κοφτές κουβέντες των παλικαριών, που ατένιζαν με βλοσυρή ματιά το καραβάνι της προσφυγιάς στα γύρω βουνά. Οι διαταγές των καπεταναίων να κινηθούν γρήγορα για να βρουν ασφαλές καταφύγιο και να γλιτώσουν το μαχαίρι. "’Αϊντε, δεβάτε ση στράταν και πορπατέστεν, ο Τούρκον εσκέρτε, εσκέρτε ο Τούρκον"! "Ο Τούρκον, κάφτ, ρημάζ, κρεμάν, μωρά μωρολογίας"! Εκεί ηχούσε στ αυτιά μου ο θρύλος της λαϊκής μούσας: "Ποιο είναι τούτο το θεριό με φρύδια γιαταγάνια, καβάλα πάνω στ άλογο να σκίζει τα ρουμάνια…". "Ποιος είν αυτός με τ άρματα τα μαύρα τα πεσλίκια, π όπου περνάει καρπίζουνε στα κλώνια φυσεκλίκια…"! Η γη ποτίστηκε πιο πολύ με το αίμα τους παρά με το νερό της βροχής. Αίμα ηρώων, μαρτύρων αίμα βλάστησε τότε στο μαρτυρικό Πόντο.

Αναδείχτηκαν άγγελοι προστάτες καπεταναίοι, που έγραψαν τ’ όνομά τους ανεξίτηλα στο πάνθεον των ηρώων του ποντιακού αντάρτικου, υπογράφοντας υποθήκες με το αίμα της ψυχής τους και τους αγώνες τους για το μέλλον του ποντιακού ελληνισμού. Οι θρυλικοί αντάρτες που απέδιδαν το δίκαιο του υπόδουλου ελληνισμού χρόνια και χρόνια, αγνοήθηκαν συστηματικά και δεν πήραν τη θέση τους στο πάνθεον των ηρώων της ελληνικής ιστορίας όπως τους άξιζε, δίπλα στους άλλους ήρωες αγωνιστές της επαναστάσεως του 1821. Η παράδοση μόνο, η πιο τίμια γνήσια και αλάθητη μεταφορά από γενεά σε γενεά των ιστορικών μύθων, τίμησε τα θαυμαστά, κατατρεγμένα και ανιδιοτελή τέκνα της, γράφοντας τους με χρυσά γράμματα στο πάνθεον των αθανάτων. Συγκινημένος, με δάκρυα στα μάτια μετά από ώρες προσκυνήματος, εκεί, στον ομφαλό των γονιδίων μου, με πονεμένο μοιρολόι να συντροφεύει τις σκέψεις μου, πήρα το απόγευμα με βαριά καρδιά το δρόμο της επιστροφής: «Πίσω έρημη η γη μας, άρχισε η ανταλλαγή μας, μάνα πες μου που τραβάμε, μες τον Πόντο δεν χωράμε»! Ανέβηκα με πόνο ψυχής το Αγιού τεπέ από την πλευρά του Σαλτούχ και βγήκα στον ασφάλτινο δρόμο που οδηγεί απέναντι από το Fintitcak και το Αγιού Τεπέ. Η θέα καταπληκτική. Μπόρεσα να θαυμάσω σε όλη του την μεγαλοπρέπεια το Αγιού Τεπέ, μαζί με το Finticak και τις πλαγιές που το συντροφεύουν. Μετά από δύο χιλιόμετρα συνάντησα το χωριό Καρισλάρ (Karislar), την παλιά Γαράτουσλα (Karatuzla) στην εποχήν των Ελλήνων. Συνεχίζοντας την κυκλική διαδρομή επιστροφής μα τώρα από την απέναντι πλευρά, και λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω, σταμάτησα σε μια διαστάρωση με την πινακίδα δεξιά να δείχνει προς Zafer. Κατέβηκα προς τα κάτω και σε ένα χιλιόμετρο συνάντησα το χωριό Cal (Τσάλ), μαχαλά του Zafer. Aπέναντι δεξιά στο λόφο το κεντρικό Zafer και αριστερά του το Asman, το χωριό όπου ήταν γαμπρός από το Aritcak Σαμψούντας ο θρυλικός παπά Σταύρος, παπάς στο χωριό μου Ευρύπεδον/Κυργίων/Δράμας, όπου και πέθανε το 1968.

Επέστρεψα πάλι στον κεντρικό δρόμο, όπου βρήκα την πινακίδα Zafer και συνέχισα να κατεβαίνω τον λόφο. Καθώς ατένιζα την μαύρη θάλασσα έλεγα ψιθυριστά, ίσα να ακούγομαι, "έϊ κιτί Καραντενίζ". Στα τρία χιλιόμετρα παρακάτω συνάντησα μια πινακίδα που οδηγούσε στο χιλιόμετρο στο χωριό Pelitoglou. Μπήκα δεξιά να το δω και ο δρόμος με έβγαλε στην αυλή ενός σπιτιού. Ο παππούς που ήρθε να με υποδεχτεί με πολύ χαρά, μου είπε ότι ο πατέρας του είχε καταγωγή από τη Μούτζονος. Του είπα ότι είναι χωριό της Καβάλας και σήμερα λέγεται Λεκάνη και είναι κοντά στην Καβάλα. Μου έδειξε ένα λόφο δεξιά και απέναντι στα πεντακόσια μέτρα και μου είπε ότι εκεί παλιά ήταν το ελληνικό χωριό Κογιουμτσιάντων, μα τώρα δεν σώζονται ούτε οι πέτρες από τα παλιά σπίτια, παρά μόνον η βάση της εκκλησίας. Ευγενέστατος, επέμενε να πάρουμε τσάι και φυσικά να φάμε, όπως και έκανα με πολύ ευχαρίστηση. Έξι το απόγευμα τον αποχαιρέτισα, καθώς και την γυναίκα του, τα παιδιά του και τα εγγόνια του και αφού άφησα τα ανάλογα δώρα φιλοξενίας, ξαναβγήκα στον δρόμο από όπου είχα μπει. Ο δρόμος λίγο ποιο κάτω με έβγαλε στην πόλη Τεκέκιοι (Tekkekoy), γνωστή από την εποχή των παππούδων μας. Σήμερα τίποτε δεν θυμίζει το παλιό Τεκέκιοι, είναι μια σύγχρονη πόλη με ψηλές πολυκατοικίες, δημόσια κτίρια και καινούργιους ασφαλτοστρωμένος δρόμους. Βγήκα στον εθνικό δρόμο και πήρα το δρόμο της επιστροφής για Σαμψούντα, γεμάτος από συναισθήματα πόνου, λύπης και υπερηφάνειας, μα και ικανοποίησης που αξιώθηκα να περπατήσω βήμα βήμα, ώρες ατελείωτες τα ανταρτοχώρια μας. Ταξίδεψα μαζί τους σε κάθε γωνιά της μαρτυρικής γης, της δικής τους γης που τόσο αγάπησαν.

Αιωνία τους η μνήμη!

Δεν υπάρχουν σχόλια: