Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Πόντος poll ...

➤ ελάτε να "μετρηθούμε" δηλ. να δούμε πόσοι είμαστε ανά περιφέρεια του Πόντου
➤ λάβαμε ως βάση τις 37 περιφέρειες του Πόντου κατά το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (ΚΜΣ) - σχετική ανάρτηση μας και πτήση εδώ
➤ έχουμε μόνο μια επιλογή
➤ ο πίνακας των επιλογών δεξιά
➤ μπορείτε να ψηφίσετε και από το κινητό σας, απλά μεγαλώστε τον πίνακα επιλογών
➤ φυσικά στο τέλος της απογραφής θα δημοσιοποιήσουμε τα αποτελέσματα και θα σχολιάσουμε όλοι μαζί την καταγραφή
➤ δεν γνωρίζω να υπάρχει αντίστοιχη απογραφή, σχόλια όπως πάντα ευπρόσδεκτα
➤ παρακαλούμε κοινοποιήστε προκειμένου να έχουμε μεγάλη συμμετοχή.

από την ΠΕ, 1959, τ. 113-114

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Κρωμέτκα τραγωδίας

ΠΕ / 1959 / τ. 113-114

μαθαίνουμε λεξούλες #2 …

➤ αφεντία η, από το αρχ. ουσ. αυθεντία
·         πολιτική εξουσία, βασιλεία
·         κράτος, βασίλειον
Άσμ. αϊλλοί εμάς και βάϊ εμάς, ‘πάρθεν η αφεντία


➤ βόρα η, Οιν. αβόρα, Σιν. εβόρα, επίσης ιβόρα, αβόρας (ο)
από το ρήμα βορίζω παρ’ ό και εβορίζω και ιβορίζω
·         αήρ, άνεμος
·         δροσερός καιρός
·         τόπος δροσερός ως υπόσκιος
·         η όπισθεν πράγματος σχηματιζομένη σκιά


➤ επίλοιπος επίθ. Σαντ.
·         το αρχ. επίθ. επίλοιπος=ο περισσεύων, ο υπολειπόμενος


➤ κονεύω, γονεύω
από το Τουρκ. konmak = καταλύειν εις τι κατάλυμα
·         κάμνω εν τη πορεία σταθμόν αναπαύσεως ή διανυκτερεύσεως
·         επί πτηνών, καθιπτ΄;μενος, επικάθημαι κάπου
παράγ. κόνεμαν, γόνεμαν


➤ ποδεδίζω, ποδεθίζω (Οφ), μεσ. ποδεδίσκομαι
·         ενεργ. και μεσ. χαίρομαι, απολαμβάνω (να ποδεδίζω σε=να σε χαρώ)
·         προσκυνώ (ποδεδίζω τον Θεόν)

μαθαίνουμε λεξούλες #1 …

➤ βασιλοσκάμνιν το, Κερ. βασιλοσκάμν’ Τραπ. Χαλδ. βασιλοσκάμ’  
από το ουσ. βασιλέας και σκαμνίν. Η αποβολή του ν εις το βασίλοσκάμ' δι΄ευφωνίαν
1) βασιλικός θρόνος
2) πρωτεύουσα βασιλείου
από το τραγούδι "Πάρθεν η Ρωμανία"
ναϊλί εμάς και βάι εμάς,
οι Τούρκ την Πολ επαίραν.
επαίραν το βασιλοσκάμ,
κι ελάεν η αφεντία. (αφεντία = πολιτική εξουσία, βασιλεία)


➤ δερνοκοπώ αμαρτ. Μεσ. δερνοκοπίουμαι
Τραπ. Χαλδ. δερνοκοπισκούμαι
από το ρήμα δέρνω < δέρω και την κατ. –κοπώ
ολοφύρομαι, μαλλοτραβιέμαι : άσμ. Άη-Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει δερνοκοπιέται


➤ σιλάχιν το, σιλάχ’, σελάχ’, σουλάχ’
πλυθ. σουλάχα από το Αραβ. Silah
γενικώς όπλον ασχέτως είδους
άσμα :
παρχαρομάννα, φύλαξον, εch κ’ έρχουν οι ρομάνες
εch κ’ έρχουνταν οι τσοπάν’
τραβωδούν και chυρίζνε
κι ολ’ έχνε τα σιλάχα τουν’ ς
σ’ ωμία φορτωμένα
η γιαγιά μου η Κουγιουμτζάβα (Φάτσα Πόντου) έλεγε : "τα σιλάγα’ μ κα κι’ αφήνω"
παρατηρούμε τον πληθυντικό σε "σιλάγα". Η ερμηνεία του ήταν "δεν αφήνω κάτω τα όπλα μου" με άλλα λόγια "δεν τα παρατάω", "δεν το βάζω κάτω".


➤ τσόλιν το, Κερ. τσόλ’ Κοτ. Σαντ. Χαλδ.
από το Τούρκικο col = έρημος πεδιάς
1)      τόπος έρημος, ακατοίκητος
2)      κτήμα αδέσποτον
παράδειγμα : το τσόλ η Τραπεζούντα …

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

ο πέντε - πέντες - #2

➤ βρήκαμε στο δίκτυο μια εξαιρετική κάρτ ποστάλ του περιβόητου πέντε-πέντε της Τραπεζούντας (είναι από την συλλογή του Στέργιου Θεοδωρίδη).
➤ για όποιον ενδιαφέρεται, ανάρτηση μας για τον πέντε-πέντε εδώ


καλό μήνα