Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

στην Πόντια γιαγιά

➤ οφειλόμενη τιμή στην Πόντια γιαγιά

πρώτη δημοσίευση 1.1.2015

➤ κάποτε, σε μια συνάντηση φίλων (στην καφετέρια, δίπλα στο πατσατζίδικο του Ν. Ζουρνατζίδη στην Καλλιθέα), έγινε κουβέντα για το ποιος ή ποιοι Πόντιοι ήταν αυτοί που συντήρησαν, που κράτησαν την Ποντιακή ιδέα, την αγάπη για την πατρίδα, τα τραγούδια μας, τους χορούς μας, τον πολιτισμό μας και έτσι μεταλαμπάδευσαν σε μας αυτήν την αγάπη...

οι καλλιτέχνες όπως ήταν φυσικό υποστήριξαν τους κεμεντζετζίδες, τους τραγωδάνους. Άλλοι τους λόγιους. Οι θεατράνθρωποι, τους δικούς τους. Εμείς υποστηρίξαμε κάτι που δεν το περίμενε κανείς. Ότι η ψυχή αυτής της αγάπης για κάθε τι Ποντιακό ήταν η γιαγιά μας, η γιαγιά του καθενός από μας.

τυχερός ο υποφαινόμενος που τον μεγάλωσε κυρίως η Φάτσαλουσα γιαγιά του καθώς και η Σαμψούντια. Δεν θα ξεχάσω την πρώτη. Ποτέ μα ποτέ δεν αισθάνθηκε ως πατρίδα την Ελλάδα. Κάθε που έλεγε "εμείς σην πατρίδαν" εννοούσε τον Πόντο, την Φάτσα, την γεϊλέ (*). Άπειρες οι ιστορίες της, οι θύμισες της, τα γνωμικά της. Αυτές μας μεγάλωσαν, μας νανούρισαν με ποντιακούς σκοπούς, μας μεταλαμπάδευσαν την αγάπη για το εκεί…

ο οργανωμένος Πόντος χρωστάει ένα μεγαλοπρεπές άγαλμα στην πόντια γιαγιά. Έχουμε "καλύψει" καπετάνιους, μαχητές, λόγιους, παπάδες, μεγαλο-παράγοντες, Ποντιο-πατέρες. Ξεχάσαμε την ψυχή του Πόντου. Την γιαγιά μας.

τα παραπάνω ας είναι ένα μνημόσυνο για την Φάτσαλουσα γιαγιά μου Αναστασία Κουγιουμτζή το γένος Παντελίδη και την Σαμψούντια, μάνα την λέγαμε, Παρασκευή Παπαδοπούλου το γένος Ιωαννίδη. Το χωριό της δεύτερης ήταν το Κογιουμτζάντων, στους πρόποδες του Αγιού Τεπέ. Αντάρτισσα και αυτή, ακολουθώντας τ’ αδέλφια της στο βουνό. Σ΄ένα βιβλίο που ξεκινήσαμε αλλά ποτέ δεν τελειώσαμε, ή αφιέρωση ήταν :

σ΄αυτούς,
που δεν είχαν τόπο
ν΄ανάψουν ένα κερί
(ήταν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας, που στα χωριά που εγκαταστάθηκαν, δεν πήγαιναν όπως όλος ο κόσμος στο κοιμητήριο γιατί δεν είχαν κανέναν...)

(*) περιοχή εξοχής, όμοιο με το Τσάμπαση.


η Φάτσαλουσα (καθιστή)
μαζί με τον αδελφό της Ιωάννη Παντελίδη
και την γυναίκα του Χριστίνα
η Σαμψούντια, σο τίζεμα ...

➤ ένα από τα μηνύματα που λάβαμε ήταν από τον Διαμαντή Λαζαρίδη

ο Διαμαντής Λαζαρίδης έγραψε στις 23.9.2015

Μάρτιος 1941. Όλα τα χωριά, εκείθεν του Νέστου ποταμού προς τα βουλγαρικά σύνορα, εντολή να εκκενωθούν, εν όψει Γερμανικής επιθέσεως εκ του Βουλγαρικού εδάφους. Εμάς του Σιδηρονέρου μας κατέβασαν στη Ραβίκα (Καλλίφυτο). Εγώ με τον αδελφό μου αναλάβαμε να μεταφέρουμε πεζή, τις αγελάδες (καμιά δεκαριά κεφάλια). Νυχτώσαμε στο "τσάι της Ραβίκας" κάτω από σφοδρή χιονοθύελλα, βρεγμένου ως το κόκαλο ... Τα χαράματα κίνησα να πάω στο χωριό (Ραβίκα) να δω πού πήγαν οι δικοί μας που είχαν κατεβεί με στρατιωτικά αυτοκίνητα. Στη Ραβίκα για πρώτη φορά πήγαινα.

Πού να πάω; Ποιόν να ρωτήσω; ... Θυμήθηκα πως ο πατέρας μου μας μιλούσε για κάποια, συγγενική οικογένεια από τη Φάτσα "τη Κοϊμτζή" Ρωτώντας έφτασα στο σπίτι. Βρήκα τη θεία Αναστασία "την Κοϊμτζάβα".Της είπα ποιος είμαι ... έβαλε τα κλάματα βλέποντας και τα χάλια μου ... Με πήρε μέσα ... με έδωσε κάλτσες, ... ρούχα ... ζέστανε νερό ... να πλυθώ μου έδωσε να φάω ...

Δεν θα την ξεχάσω ποτέ τη θεία 'Ναστασία την "Κοϊμτζάβα" ... τη γιαγιά σου ξάδελφε Χρόνη !

1 σχόλιο:

Terra Pontus είπε...

13.2.2015 - Ο/Η despi άφησε ένα νέο σχόλιο για την ανάρτησή σας "στην Πόντια γιαγιά ...":

Πόσο δίκιο έχεις, Χρόνη!!!! Είχα την μεγάλη ευλογία να μεγαλώσω κοντά και στς δυο γιαγιαδες μου.... Σημέρα Παπαδοπουλου απο την Ορντού και Δέσποινα Τριανταφυλλίδου από το χωριό Τσαχαράντων της Άνω Ματσούκας. Γυναίκες δυνατές, που η ζωή τους κλήρωσε ξεριζωμούς και δύσκολες στιγμές... Η Σημέλα από τη Ρωσία που γεννήθηκε, ήρθε στην Ελλάδα, μετά πήγε στην Αμερική, έχασε δυο παιδιά... αν και δε μιλουσε πάντοτε ποντιακά δε θα ξεχάσω ποτέ πράγματα που μου έμαθε... Η Δέσποινα ήταν αυτό που όλοι έχουμε στο μυαλό όταν μιλάμε για πόντιες γιαγιάδες...Παρχαρομάνα! Από μικρή θυμαμαι να τη βοηθάω με την αγελαδα (την Κουντουριτσα), να φτιαχνουμε βούτυρο, να παμε στο μπαξέ, να ζυμώνουμε παρέα, να φουρνίζουμε, καθε φορα που μαζευόμασταν να βγαινει η λύρα στο τραπεζι και εκεινη παντα να τραγουδάει μακρύν καϊτε με την γλυκιά φωνή της (μεχρι να φυγω φοιτητρια νομιζα πως μετα απο ολα τα τραπεζια πρεπει να ακολουθησει ποντιακο γλεντι...), να σηκωνεται πρωτη και να χορευει διπατ ή τικ κι εγω διπλα να την κοιταω και να μη τη χορταινω...να κανει παραγγελιά εναν καρσιλαμά και να τον χορευει τοσο αρχοντικά...όταν πήγαμε στον Πατρίδα το μονο που μας ζητησε ηταν λίγο χώμα από το χωριό της και απο την Παναγία Σουμελά...τα ηθελε για τον ταφο της. Μου ειχε υποσχεθει πως θα με παει νυφη στην εκκλησια χορευοντας καρσιλαμα...δεν προλαβε. Μας "έφυγε" το 2007. Εξω απο την εκκλησια χορεψαμε εναν χορο που η ιδια χορευε στο γαμο ολων της των εγγονιων (το χατίλωμα) και πριν ξεκινησει το γλεντι ακουστηκε η φωνη της να μας τραγουδαει απο εκει ψηλα ενα μακρυν καϊτέ...(ειχα κρατησει μια ηχογραφηση της λιγους μήνες πριν "φύγει"). Είναι οι γιαγιάδες που μας χαράσουν βαθιά στο DNA από πού ερχόμαστε και ποιά είναι η ταυτότητα μας... που μας κάνουν να δακρυζουμε ακούγοντας ένα στιχάκι χωρίς να έχουν δει ποτέ τα μάτια μας αυτά τα χώματα...Σ' ευχαριστω, Χρόνη, που μου της θύμισες και τις δυο...καλή τους ωρα εκει που ειναι! Υιας και χαιρετίας ασ' σην Ισπανία!