Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Ντέμης Ρούσσος

Ας μας επιτραπεί μια μικρή παρεκτροπή από την θεματολογία μας, τον Πόντο.
Πληροφορηθήκαμε σήμερα ότι πέθανε ο Ντέμης Ρούσσος, ο τραγουδιστής των Aphrodite's Child.
Ήταν το 1970 όταν φοιτητές στην Ιταλία, νιώθαμε περήφανοι για το Ελληνικό συγκρότημα στην κορυφή του Ιταλικού hit parade. Πέντε βδομάδες στην πρώτη θέση το It’s Five O’ Clock. Αξεπέραστη η φωνή του Ντέμη, μαγικά τα πλήκτρα του Βεγγέλη.
Καλό ταξίδι Ντέμη, τα δέοντα σον αδελφό' μ

ακούστε το 
εδώ


και το Spring summer winter and fall

It's five o'clock lyrics

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Σίδη ή Τσίτη ή Τσίτε της Χαλδίας

Ποντιακά Φύλλα, τόμος 1936 - τεύχος 4-5
ψηφιακό αρχείο ΕΠΜ

Σημ. : συντάκτης του άρθρου είναι κάποιος Γιάννης Ανεφορίτης

βιβλίο του Γ. Θ. Κανδηλάπτη, "Επί των οχθών του Πυξίτου", σελ. 102
"Υπήρχε συνήθεια παρά τοις κατοίκοις των παραλιακών πόλεων του Εύξεινου Πόντου τους ανά την Χαλδίαν ν' αποκαλώσιν ανηφορίτας, ούτοι τους των παραλίων κατηφορίτας".



Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

Μωμογέρια, Κοτσιαμάνια κλπ.

Νίκος Λαπαρίδης

"Στη Λιβερά οργανώνονταν κατά το 12ήμερο των Χριστουγέννων Μωμογέρια, που τα λέγανε «Κοτσιαμάνια». Αυτά ήταν διαφορετικά από τα μωμογέρια των άλλων χωριών της Ματσούκας. Εκτός από τα σατιρικά πρόσωπα του γέρου, του κατή, του γιατρού κλπ. ο θίασος πλαισιωνόταν από 12 ευσταλείς φουστανελοφόρους με περικεφαλαίες Αλεξανδρινών χρόνων, με σπαθιά και με πιστόλες. Εκτελούσαν ομοιόμορφες και συντονισμένες κινήσεις σε κάθε δρόμο, σε κάθε σπίτι και με τη συμμετοχή και των λοιπών σατιρικών προσώπων εκτελούσαν συγκεκριμένο πρόγραμμα. Ήταν ένας υπαίθριος λαϊκός θίασος. (*)"

(*)
Ν. Λαπαρίδης «Τα Μωμογέρια», Ποντιακή Εστία 1979, τ. 26-29
Θ. Γρηγοριάδης «Τα Κοτσιαμάνια», Ποντιακό Βήμα Κοζάνης, 1995, τεύχ. 43


  • οι υπογραμμίσεις δικές μας
από το βιβλίο του Νίκου Λαπαρίδη "Η Ματσούκα του Πόντου" 
Εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη - 1996 / σελ. 135-136


βιογραφία

update

Γεωργίος Θ. Κανδηλάπτης – Κάνις

 αντιγράφουμε :

"Εισαγωγή εις το παρόν διήγημα
Ήτο το έτος 1903. Εις την ανασυσταθείσαν τότε Μητρόπολιν Ροδοπόλεως του Πόντου Μητροπολίτης ήτο ο αλήστου μνήμης και βραδύτερον Αλεξανδρουπόλεως Θράκης Γερβάσιος Σαρασίτης, ιεράρχης διαπρεπής και όστις είχε την έδραν του εις την παλαίφατον κωμόπολιν Λιβεράν ή Δουβεράν, ήτις είχε τότε 215 ομογενείς οικογενείας. Και μίαν ώραν μακράν αυτής προς δυσμάς έκειτο το χωρίον Κουσπιδή με 85 οικογενείας, και εχωρίζοντο οι δύο αύται κοινότητες υπό του ποταμού Πυξίτου, όστις χύνεται εις τον Εύξεινον Πόντον, πλησίον της Τραπεζούντος, με το όνομα Δεϊρμέν δερές.

Και αι δύο αύται κοινότητες ήσαν πλούσιαι, επειδή οι κάτοικοι αυτών ξενιτευόμενοι εις την Πόλιν και φιλοτίμως και τιμίως εργαζόμενοι τα επαγγέλματα του εφαπλωματοποιού, χαλκουργού, γανωτού και αμθρακοπώλου εκέρδιζον πολλά χρήματα. Και επανερχόμενοι εις τας πατρίδας των έζων ου μόνον αυτοί ανέτως, αλλά εβοήθουν πολλούς και έκτιζον γέφυρας, βρύσεις, έδιδον δε και εις τους ναούς και τα σχολεία. ................."


από το βιβλίο του Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτου – Κάνεως «Επί των οχθών του Πυξίτου»
Εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2001 / σελ. 11
το βιβλίο γράφτηκε το 1937


βιογραφία


Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

Τσάμπαση

εκάεν και το Τσάμπαση ...

  ενημέρωση 5.1.2015

Ποντιακή Εστία, τόμος 1950, τεύχος 1ο, σελ. 52
ψηφιακό αρχείο ΕΠΜ


από το Google Earth

Το Τσάμπαση είναι η γεϊλέ των Κοτυώρων στην οποία κατέφευγαν το καλοκαίρι οι κάτοικοι της για να αποφύγουν το υγρό και αποπνικτικό κλίμα της. Είχε πολλές ξύλινες κατοικίες παραθέρισης που κάηκαν από πυρκαγιά το 1913. Το γεγονός αυτό μνημονεύεται στο τραγούδι.

Εκάεν και το Τσάμπασιν
κ’ επέμναν τα τουβάρε γιάρ γιάρ αμάν
κ’ επέμναν τα τουβάρα γιαρ γιαρ αμάν
και ν΄ ερούξαν σο γουρτάρεμαν
τ΄ Ορντούς τα παλληκάρε γιάρ γιάρ αμάν
και ν΄ ερούξαν σο γουρτάρεμαν
τ΄ Ορντούς τα τζαναβαρε γιάρ γιάρ αμάν

Βάι εκάεν κι εμανίεν τ΄ Ορντούς το παρχάρ
και ν΄εκές τιδέν κι επέμνεν μαναχόν σαχτάρ

Τρανόν γιαγκουν σο Τσάμπασιν
σπίτε κι θ΄ απομένεν γιάρ γιάρ αμάν
σπίτε κι θ΄ απομένεν γιαρ γιαρ αμάν
μικροί-τρανοί φτωχοί-ζεγκίν
όλ΄ κάθουνταν και κλαίνε γιάρ γιάρ αμάν

βαι εκάεν κι εμανίεν τ΄ Ορντούς το παρχάρ
και ν’κει άλλο δεν επέμνεν μαναχόν σαχτάρ

Κλαιν΄ τη Θεού τα πούλοπα
κλαιν΄ τα πεγαδομάτε γιάρ γιάρ αμάν
κλαιν΄ τα πεγαδομάτε γιαρ γιαρ αμάν
κλαίει το Τσιαμπλούκ ΄ το Καρακιόλ΄
κλαιν΄ τ΄ έμορφα τ΄ ελάτε
γιάρ γιάρ αμάν

Βάι εκάεν κι εμανίεν τ΄ Ορντούς το παρχάρ
και ν΄εκές τιδέν κι επέμνεν μαναχόν σαχτάρ
Βάι εκάεν κι εμανίεν τ΄ Ορντούς το παρχάρ
και νε’κει τηδέν κ’ πέμνεν μαναχόν σαχτάρ